Πατούσα Α΄:
Η υπαρξιακή μελαγχολία του οξύμωρου
Ο Ήθος Ανήθικος γύρισε στο διαμέρισμα μετά από μια εξοντωτική μέρα στο γραφείο.
Στο χαλάκι του χωλ τον περίμενε το Ηθικό.
Το Ηθικό ήταν ένα Μπάσετ Χαουντ με τόσο θλιμμένα μάτια, που έκανε τον Σοπενχάουερ να μοιάζει με εμψυχωτή σε παιδικό πάρτι.
Δεν γάβγιζε. «Μιλούσε» με μια βαριά, βαρύτονη φωνή, σαν παλιός, κουρασμένος ηθοποιός του Εθνικού.
— Ήρθες; είπε, χωρίς να κουνήσει την ουρά του. Σε περίμενα. Αν και, μεταξύ μας, ποιο το νόημα της αναμονής σ’ ένα σύμπαν που οδεύει προς τη θερμική του κατάρρευση;
Ο Ήθος άφησε την τσάντα του και κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα, φέρνοντας το πρόσωπό του στο ύψος των κρεμασμένων μάγουλων του σκύλου.
— Τι έπαθες πάλι, αγόρι μου; Γιατί έπεσες έτσι; Σου έλειψα;
Το Ηθικό ακούμπησε το βαρύ κεφάλι του στα γόνατά του.
— Δεν είναι αυτό. Σήμερα βγήκα στο μπαλκόνι. Είδα τον κόσμο. Ήθο, το επώνυμό σου μας έχει καταστρέψει. Είμαστε «Ανήθικοι». Γιατί δεν με αφήνεις να δαγκώσω τον ταχυδρόμο; Ή έστω να κλέψω εκείνο το σαλάμι από τα ψώνια της κυρίας Κατίνας; Όλοι οι άλλοι σκύλοι στη γειτονιά κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Λάκης του διαχειριστή κατουράει τα λουλούδια στο παρτέρι της εισόδου και τον φωνάζουν «αρχηγό». Εγώ γιατί πρέπει να έχω… αστική ευγένεια;
Ο Ήθος άρχισε να του ξύνει την περιοχή πίσω από τα αυτιά.
— Επειδή, μικρέ μου φιλόσοφε, αν γίνεις κι εσύ Λάκης, τότε το σύστημα κέρδισε. Σκέψου το εξής: είσαι ο μοναδικός σκύλος στην Αθήνα που ξέρει τι σημαίνει “κατηγορική προσταγή” του Καντ. Αν πέσεις εσύ, ποιος θα κρατήσει το επίπεδο σ’ αυτή την γειτονιά;
Το Ηθικό άνοιξε το ένα μάτι.
— Ο Καντ δεν είχε να πληρώσει κοινόχρηστα. Και δεν τον τάιζαν ξηρά τροφή με γεύση σολομό-που-δεν-είδε-ποτέ-θάλασσα. Νιώθω το όνομά μου υπό του μηδενός, Ήθο. Είμαι ένα αποτυχημένο τετράποδο.
Ο Ήθος σταμάτησε το ξύσιμο. Πήρε το κεφάλι του σκύλου στα χέρια του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
— Άκου να σου πω, Ανήθικε junior. Το ήθος μου δεν το κρατάω μόνο για μένα. Το κρατάω για να έχεις κι εσύ λόγο να σηκώνεις την ουρά σου. Σήκω πάνω. Θα βγούμε βόλτα.
Το Ηθικό ανακάθισε.
— Και ο Λάκης;
— Θα τον κοιτάξεις με τέτοια αριστοκρατική περιφρόνηση, που θα χρειαστεί ψυχοθεραπεία.
Η ουρά του έκανε ένα μικρό, δειλό «παπ-παπ» στο πάτωμα.
— Με περιφρόνηση, ε;
— Με περιφρόνηση.
— Μου αρέσει. Είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένο από το δάγκωμα. Φέρε το λουρί. Αλλά αν βρούμε αδέσποτο κανά σουβλάκι στον δρόμο, το ήθος μου πάει περίπατο.
— Συμφωνούμε.
— Ωραία. Στο κάτω-κάτω, είμαστε και Ανήθικοι.
Πατούσα Β΄:
Η Έξοδος στο «Τσίρκο» της Γειτονιάς
Ο Ήθος Ανήθικος και το Ηθικό του πέρασαν την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας.
Το λουρί ήταν χαλαρό, όχι γιατί το Ηθικό ήταν τόσο πειθαρχημένο, αλλά γιατί βαριόταν να το τραβήξει.
Περνώντας μπροστά από το καφέ της γωνίας, το Ηθικό κοίταξε τους θαμώνες.
— Καταναλώνουν φρέντο εσπρέσο με τόσο πάθος, λες και είναι το αντίδοτο στην ανοησία. Προσοχή, ακολουθούν αποκαλύψεις: δεν είναι.
— Μίλα πιο σιγά.
— Και τι θα κάνουν; Θα με πάνε στα δικαστήρια; Με τι κατηγορία; «Ύβρις προς το lifestyle»;
Σταμάτησε μπροστά σ’ ένα SUV.
— Α, κοίτα. Το SUV του κυρίου Διαχειριστή. Έχει πιάσει σχεδόν δύο θέσεις πάρκινγκ και τη διάβαση των αναπήρων. Τι μεγαλειώδης κατάθεση ψυχής.
Έκανε μια μικρή παύση.
— Αν ήμουν άνθρωπος, θα του έγραφα ανάλογο σημείωμα. Τώρα απλώς σκέφτομαι να τιμήσω τη δεξιά ζάντα του, με υγρή ζεστή ευγένεια.
— Όχι, Ηθικό. Κρατάμε το επίπεδο υψηλό.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η κυρία Τούλα.
Η επίσημη κάμερα ασφαλείας της γειτονιάς.
Κρατούσε στην αγκαλιά της ένα Τσιουάουα που έτρεμε ολόκληρο και γάβγιζε με συχνότητα ικανή να σπάσει κρύσταλλα. Και νεύρα.
— Αχ, γειτονάκο! Βγάλατε βόλτα το καημένο; Μα τι θλιμμένο που είναι πάντα! Σαν να του έχουν πάρει τα σπίτια. Βέβαια, με τέτοιο επίθετο που έχετε, ο Θεός ξέρει τι τραβάει το ζωντανό μέσα στο σπίτι σας!
Το Ηθικό κοίταξε την κυρία Τούλα, μετά το Τσιουάουα και τέλος τον Ήθο.
— Ήθο, αυτό το πράγμα στην αγκαλιά της δεν είναι σκύλος. Είναι ελαττωματικός απινιδωτής με τρίχα. Ρώτα την αν το φορτίζει στην πρίζα τα βράδια.
Ο Ήθος έπνιξε το γέλιο του.
— Κυρία Τούλα μου, το σκυλάκι μου κάνει υπαρξιακό διαλογισμό. Δεν έχει μάθει να φωνάζει χωρίς λόγο. Σαν μερικούς-μερικούς, ξέρετε…
— Εμάς λες; πετάχτηκε ο κύριος Μπάμπης ο σύζυγος – περιπτεράς, που είχε βγει να ξεμουδιάσει.
— Έλα μωρέ τώρα με τον φιλόσοφο! Ήθο, παιδί μου, άκου τον Μπάμπη. Πολύ ήθος έχεις και θα πας χαμένος. Κοίτα τον πατέρα σου, τον Mr Ανήθικο. Αυτός ξέρει. Άνοιξε τρία νυχτερινά μαγαζιά, έπιασε τη μπάζα του ενώ εσύ κυκλοφορείς με έναν σκύλο που μοιάζει με δικαστικό κλητήρα που του έκοψαν το δώρο του Πάσχα!
Το Ηθικό κάθισε στα οπίσθιά του.
— Ο κύριος Μπάμπης πουλάει ληγμένα προφυλακτικά και εφημερίδες της περασμένης εβδομάδας, αλλά έχει άποψη για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η ειρωνεία πεθαίνει κάθε μέρα σ’ αυτό το πεζοδρόμιο, Ήθο, σε παρακαλώ, ας προχωρήσουμε. Νιώθω το IQ μου να φτάνει στο υπόγειο με δαύτους!
Ο Ήθος ένιωθε την κοιλιά του να πονάει από την προσπάθεια να συγκρατήσει τα γέλια.
— Έχετε δίκιο, κύριε Μπάμπη. Αλλά ξέρετε τι λένε: ο καθένας με την τρέλα του.
Καθώς απομακρύνονταν, στη γωνία ήταν ο Λάκης. Το Πίτμπουλ του Διαχειριστή.
Ήταν δεμένος έξω από το μπακάλικο και τους κοίταζε άγρια.
Έβγαλε ένα υπόκωφο γρύλισμα.
Το Ηθικό στάθηκε – σε ασφαλή απόσταση, φυσικά – και τέντωσε τον λαιμό του.
— Αγαπητέ Λάκη. Κατανοώ ότι η έλλειψη παιδείας και η καθημερινή σου τριβή με τον ιδιοκτήτη σου σε έχουν οδηγήσει σε αυτή την πρωτόγονη συμπεριφορά. Όμως το να γρυλίζεις σ’ ένα Μπάσετ Χαουντ που γνωρίζει απέξω τους διαλόγους του Πλάτωνα είναι τουλάχιστον μπανάλ. Πήγαινε να κυνηγήσεις καμιά ξέμπαρκη γάτα και άφησε τους μεγάλους να σκεφτούν.
Ο Λάκης ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Μπερδεύτηκε.
Κάθισε κάτω και άρχισε να ξύνει το αυτί του.
Το Ηθικό γύρισε θριαμβευτικά προς τον Ήθο.
Η ουρά του κουνιόταν για πρώτη φορά με πεποίθηση.
— Είδες;
— Τι;
— Αυτό δεν ήταν βόλτα. Ήταν πολιτισμική παρέμβαση.
Έκανε μια μικρή παύση.
— Τώρα, αν είσαι πραγματικός Ήθος, πήγαινέ με να φάμε εκείνο το σουβλάκι που λέγαμε. Η πολλή ανωτερότητα μου άνοιξε την όρεξη.
Πατούσα Γ΄:
Η Επίσκεψη του «Μεγάλου Μούτρου»
Όταν ο Ήθος και το Ηθικό ανέβαιναν τα σκαλιά της πολυκατοικίας, το Ηθικό έγλειφε ακόμη τα χείλη του από το «βρώμικο» σουβλάκι που είχε καταβροχθίσει στη ζούλα.
Φτάνοντας στην πόρτα του διαμερίσματος, την βρήκαν μισάνοιχτη.
Μέσα ακουγόταν η μπάσα φωνή του Στράτου Διονυσίου.
Ο χώρος είχε πλημμυρίσει από τη βαριά μυρωδιά της κολόνιας, που συναγωνιζόταν εκείνη του πούρου.
Στον καναπέ καθόταν ο Daddy Ανήθικος.
Ο αυθεντικός.
Φορούσε μαύρο μεταξωτό πουκάμισο, ανοιχτό μέχρι το στέρνο, ώστε να φαίνεται η χρυσή καδένα με τον Άγιο Χριστόφορο, που – όπως έλεγε – τον προστάτευε από το ΣΔΟΕ.
Στο τραπεζάκι είχε ακουμπήσει τα ιταλικά του σκαρπίνια και μετρούσε μια δεσμίδα κατόμπαλα.
— Καλώς τα κορόιδα μου! κάγχασε, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. Ήθο, παιδί μου, ακόμα με αυτά τα λάστιχα που θεωρούνται παπούτσια κυκλοφορείς; Σου είπα, έλα στις επιχειρήσεις. Ηθική και καθαρά χέρια έχουν μόνο οι πελάτες των τελευταίων κατοικιών. Για καλή ψυχή.
Το Ηθικό κοίταξε την καδένα, μετά τα κατοστάρικα και τέλος τον Ήθο.
— Ήθο, ο πατέρας σου είναι ζωντανό παράδειγμα ότι η εξέλιξη των ειδών έκανε μια παράκαμψη τη δεκαετία του ’90. Κοίτα το πουκάμισο. Αν ανάψει σπίρτο, θα καεί όλος ο όροφος.
Ο Ήθος έκλεισε την πόρτα.
— Γεια σου, πατέρα. Πώς κι από τα λημέρια μας; Ξέμεινες από offshore και είπες να δεις τους φτωχούς συγγενείς;
— Ήρθα να δω αν έβαλες μυαλό.
Χτύπησε τα λεφτά πάνω στο γόνατό του.
— Και τι βλέπω; Εσένα να δουλεύεις δώδεκα ώρες για ένα χιλιάρικο και το… αυτό το πράγμα να με κοιτάζει λες και του χρωστάω τα κοινόχρηστα από το 2004. Τι σκύλος είναι αυτός, ρε; Γιατί δεν πήρες ένα Ροτβάιλερ να προσέχει το σπίτι; Αυτό, άμα μπει κλέφτης, θα του κάνει ανάλυση για τον πληθωρισμό!
Το Ηθικό τέντωσε το αυτί του.
— Ακούστε, κύριε Ανήθικε senior. Αν μπει κλέφτης σ’ αυτό το σπίτι, το μόνο που θα βρει είναι τα βιβλία του Ντοστογιέφσκι και κάτι – ίσως απλήρωτους – λογαριασμούς της ΔΕΗ. Τα δικά σας σπίτια χρειάζονται Ροτβάιλερ. Έχουν μέσα περισσότερο μαύρο χρήμα κι από την Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας.
Ο Daddy, φυσικά, δεν καταλάβαινε λέξη.
Άκουγε μόνο ένα περίεργο γάβγισμα.
— Κοίτα ρε, μου μουγκρίζει κιόλας! Ίδιος εσύ είναι, ρε Ήθο. Όλο περηφάνια και άδειο στομάχι .
Ο Ήθος χαμογέλασε.
— Πατέρα, το air condition μου τουλάχιστον λειτουργεί με νόμιμο ρεύμα. Στη βραχονησίδα που μεταφέρεις εταιρείες άμα πιάσει τσουνάμι, βλέπω τις μετοχές σου να γίνονται τροφή για τα χταπόδια. Μετά ποιος θα σου δανείσει; Ο Μάκης με το πόρσε;
Ο Daddy σηκώθηκε.
— Είσαι ξεροκέφαλος, Ήθο. Αλλά σε αγαπάω. Και μην μπερδεύεις το να είσαι καλός με το να είσαι συνεχώς χρήσιμος.
Έβγαλε από την τσέπη μια δεσμίδα.
— Πάρε ένα πεντοχίλιαρο να ψωνίσεις κάνα ρουχαλάκι της προκοπής. Και κάτι για τον σκύλο σου, γιατί κοντεύει να βγάλει σκόρο από τη μιζέρια.
Άφησε τα χρήματα στο τραπεζάκι και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
Το Ηθικό πλησίασε.
Κοίταξε τα πέντε χιλιάρικα.
Μετά τον Ήθο.
— Ήθο…
Η φωνή του έτρεμε ανάμεσα στην ηθική ακεραιότητα και στον απόλυτο ρεαλισμό της πείνας.
— Ξέρω τι θα πεις. Ότι αυτά τα λεφτά προέρχονται από τα μαύρα υπόγεια. Ότι το ήθος μας δεν εξαγοράζεται, συνέχισε το Ηθικό.
Κοίταξε ξανά τα χρήματα.
— Αλλά… αν τα κρατήσουμε, μπορούμε να πάρουμε εκείνο το ορθοπεδικό κρεβατάκι για την πλάτη μου. Και την κονσέρβα με το πραγματικό μοσχάρι Black Angus.
Σήκωσε τα μάτια.
— Στο κάτω-κάτω, η αναδιανομή του πλούτου είναι αριστερή ιδεολογία. Ξέπλυνε τα λεφτά του καπιταλιστή πατέρα σου πάνω μου.
Ο Ήθος κοίταξε τον σκύλο.
Κοίταξε τα λεφτά.
— Ωραία! Πήραμε το βρώμικο χρήμα. Και τώρα; Τι ανήθικο θα κάνουμε με αυτά; Δύο αρνήσεις θα κάνουν μια κατάφαση;
Και μετά γέλασε.
— Για έναν σκύλο που διαβάζει Πλάτωνα, γίνεσαι πολύ γρήγορα Μακιαβελικός όταν λιγουρεύεσαι Black Angus, γλυκό μου.
Το Ηθικό έκλεισε το μάτι.
— Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, Ήθο μου. Φέρε το λουρί.
— Για πού;
— Για ψώνια.
Πατούσα Δ΄:
Το «Ανήθικο» Γκραν Φινάλε
Με το πεντοχίλιαρο του Daddy στην τσέπη, ο Ήθος και το Ηθικό αποφάσισαν να κάνουν την απόλυτη υπέρβαση.
Όχι νότια προάστια.
Εκεί συχνάζουν ερασιτέχνες.
Πήγαν στο πιο exclusive underground κλαμπ της Αθήνας:
«The Velvet Sin».
Ένα μέρος όπου η “υψηλή” κοινωνία ξέπλενε τις ενοχές της φορώντας σινιέ, μάσκες και πίνοντας σαμπάνια χιλίων ευρώ.
Ο Ήθος φορούσε ένα μαύρο κοστούμι αγορασμένο με μεγάλη έκπτωση – για το γάμο ενός ξαδέλφου.
Το Ηθικό φορούσε το μεταξωτό παπιγιόν του Daddy Ανήθικου – που είχε ξεμείνει στο διαμέρισμα του Ήθου – και αυτό του έδινε την αύρα ξεπεσμένου Ευρωπαίου αριστοκράτη που έχασε τα πάντα στο καζίνο.
Μπαίνοντας, το Ηθικό έριξε μια ματιά γύρω του.
— Ήθο… αυτό το μέρος αναδύει μια υπέροχη πρωτόγονη ανηθικότητα. Μυρίζει ακριβό αλκοόλ, παράνομα πάθη και premium σολομό. Νιώθω την Αφροδίτη μέσα μου να ξυπνάει.
Έκανε μια παύση.
— Ή μάλλον, τα ένστικτά μου.
— Σσσς.
Στο βάθος, σε ένα πριβέ τραπέζι, καθόταν ο κύριος Διαχειριστής της πολυκατοικίας.
Αυτός με το SUV.
Αγκαλιά με μια εντυπωσιακή ύπαρξη.
Δίπλα του, ο κύριος Μπάμπης ο περιπτεράς έκανε «κονέξιον» με έναν γνωστό μεγαλοεργολάβο της περιοχής – ύποπτο μούτρο.
Αντάλλασσαν φακέλους.
Το Ηθικό έβγαλε ένα χαμηλό γρύλισμα.
— Κοίτα τους.
Ο Ήθος δεν απάντησε.
— Τι θα κάνουμε; Θα τους καταγγείλουμε; Θα γίνουμε προστάτες της δημόσιας αιδούς;
Ο Ήθος κοίταξε ξανά το τραπέζι.
Και χαμογέλασε.
Όχι το συνηθισμένο του χαμόγελο.
´Ενα χαμόγελο σαν του Daddy, μα αλλιώς.
— Όχι.
Έβγαλε το κινητό του.
— Σήμερα θα γίνουμε λίγο … πικάντικοι.
Το Ηθικό έπιασε την αλλαγή του βλέμματος αμέσως.
—- Πρόσεχε Ήθο! Αρχίζεις να μου μοιάζεις! σιγομουρμούρισε με θαυμασμό.
Ο Ήθος άρχισε να τραβά φωτογραφίες.
Ύστερα πλησίασε το τραπέζι.
Το Ηθικό τον ακολούθησε, κουνώντας την ουρά του.
— Καλή σας εσπέρα, κύριοι.
Ο Διαχειριστής κόντεψε να πνιγεί με τη σαμπάνια.
Ο Μπάμπης έχασε το χρώμα του.
— Ή-Ήθο; Εσύ εδώ;
— Ναι.
Σήκωσε το κινητό.
— Και με μια πολύ ωραία συλλογή φωτογραφιών.
Σιωπή.
— Λοιπόν, έχουμε δύο επιλογές. Ή αυτές οι φωτογραφίες πάνε αύριο το πρωί στις συζύγους σας και στην εφορία…
Χαμογέλασε υπόγεια
— …ή κάνουμε μια μικρή ανήθικη συμφωνία.
— Τι θέλεις; Λεφτά;
— Θεός φυλάξοι. Έχω ήθος.
Το Ηθικό έσκυψε διακριτικά το κεφάλι για να μη φανεί το χαμόγελο.
Ο Ήθος συνέχισε:
— Πρώτον: η θέση πάρκινγκ και η ράμπα των αναπήρων στην πολυκατοικία θα μείνει ελεύθερη. Για πάντα.
Ο Διαχειριστής κατάπιε.
— Δεύτερον: ο κύριος Μπάμπης θα σταματήσει να πουλάει ληγμένα προϊόντα και θα χαρίζει σοκολάτες δυο φορές το μήνα στα παιδιά της γειτονιάς.
Ο Μπάμπης κοίταξε τον Διαχειριστή.
Μετά τον Ήθο.
— Και τρίτον…
Ο Ήθος κοίταξε το Ηθικό.
— Θα πληρώσετε τώρα στον σερβιτόρο μία Dom Pérignon του ’13 και δέκα μερίδες Black Angus.
Ο Διαχειριστής ανοιγόκλεισε τα μάτια.
— Για … ποιον;
Το Ηθικό έκανε ένα βήμα μπροστά.
Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν.
Ύστερα κοίταξαν τον Ήθο.
— Σύμφωνοι.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Ήθος και το Ηθικό κάθονταν στα σκαλιά της πολυκατοικίας τους.
Το Ηθικό είχε μπροστά του τρία σκεύη με ζουμερό, πανάκριβο κρέας.
Έτρωγε σαν να μην υπήρχε αύριο.
Ο Ήθος κάπνιζε το πούρο του – ευγενική προσφορά του κλαμπ – και κοιτούσε τα αστέρια.
Το Ηθικό κατάπιε μια ακόμη μπουκιά.
— Ξέρεις κάτι, Ήθο;
— Τι;
— Σήμερα νιώθω πιο άνθρωπος από ποτέ.
Ο Ήθος χαμογέλασε.
— Γιατί;
Το Ηθικό ξάπλωσε ανάσκελα, με την κοιλιά του πάνω.
— Αυτή η μικρή βρωμιά που κάναμε… με αναζωογόνησε.
Έκλεισε τα μάτια.
— Το πολύ ήθος σε γκριζάρει Ήθο μου. Σε κάνει μπετόν αρμέ.
Μια μικρή παύση.
— Ενώ τώρα… νιώθω το ηθικό μου να αγγίζει τον Όλυμπο.
Ο Ήθος έσκυψε και του χάιδεψε το κεφάλι.
— Το ξέρω, μικρέ μου.
Το Ηθικό άφησε ένα βαθύ, ικανοποιημένο ρέψιμο.
Ο Ήθος σήκωσε το βλέμμα προς… τον θεατή.
Χαμογέλασε.
Και του έκλεισε το μάτι.
Ύστερα σηκώθηκε.
— Έλα. Πάμε πάνω.
— Γιατί;
— Αύριο δουλεύω.
Το Ηθικό αναστέναξε.
— Αχ… η ηθική της εργασίας.
Και ακολούθησε τον Ήθο.
Αργότερα, θα του έλεγε πως αύριο ήταν … Κυριακή.


