Το καλοκαίρι είναι η εποχή που “πλημμυρίζει” από πανηγύρια σε όλη την Ελλάδα. Είναι ένας πανάρχαιος θεσμός που έχει τις ρίζες του στην αρχαιοελληνική παράδοση. Η ίδια η λέξη “πανηγύρι” προέρχεται από το “παν” που σημαίνει όλος και το “άγυρις” που σημαίνει συνάθροιση πολλών ανθρώπων. Η αρχαία ελληνική αξία της “ξενίας” είχε και θρησκευτική διάσταση. Στην αρχαιότητα δήλωνε τη θρησκευτική μάζωξη του κόσμου προς τιμή ενός θεού, ενώ σήμερα διατηρεί μεν τη θρησκευτικότητα, αλλά έχει εξελιχθεί σε παραδοσιακή λαϊκή γιορτή.
Πολλά ξωκλήσια στις Κυκλάδες κτίστηκαν πάνω ή πολύ κοντά σε αρχαίους τόπους λατρείας. Η επιλογή αυτή μαρτυρεί τη διαχρονική ιερότητα του τόπου και την πολιτισμική συνέχεια του ελληνικού χώρου, όπου η αρχαία παράδοση και η χριστιανική πίστη συνυφαίνονται διαχρονικά. Όπως οι αρχαίες γιορτές συνδέονταν με τον ετήσιο κύκλο των εποχών, έτσι και τα πανηγύρια ακολουθούν τον ρυθμό των εκκλησιαστικών εορτών, του Αγίου ή της Παναγίας που είναι οι πολιούχοι του κάθε τόπου.
Μετά τη λειτουργία, συνήθως ο κόσμος μαζεύεται γύρω από ένα κοινό τραπέζι για να φάει, να πιει, να τραγουδήσει, να γλεντήσει ακόμα και να λάβει μέρος σε αθλητικούς αγώνες. Κάθε περιοχή ακολουθεί τα δικά της έθιμα και τη δική της λαϊκή παράδοση.
Στη Σίφνο, με τα τριακόσια περίπου εξωκλήσια, το πανηγύρι δεν είναι απλώς μια γιορτή του χωριού, αλλά αποτελεί ένα θεσμό που βασίζεται στη φιλοξενία και τη βαθιά Πίστη.
Ο εκάστοτε «πανηγυράς» αναλαμβάνει, με δικά του έξοδα, να οργανώσει το γεύμα και να προσφέρει δωρεάν φαγητό και κρασί σε όλους τους συντοπίτες, προσκυνητές.

το Πάσχα.

Γιορτάζει την ημέρα της Αναλήψεως.
Το στοιχείο αυτό της «ανοιχτής φιλοξενίας» μαζί με την προετοιμασία που διαρκεί μέρες και τη λειτουργία στην εκκλησία που γιορτάζει, αποτελεί το ιδιαίτερο γνώρισμα του Σιφνέικου πανηγυριού.
Στη Σίφνο διατηρείται έως σήμερα ένα από τα πιο συγκινητικά έθιμα των πανηγυριών: Η φιλοξενία της ιερής εικόνας στο σπίτι του «πανηγυρά», ο οποίος την παραλαμβάνει από τον Ναό και την υποδέχεται με ιδιαίτερη ευλάβεια στο σπίτι του, όπου και παραμένει μέχρι την μέρα της γιορτής. Το σπίτι μεταμορφώνεται σε τόπο προσευχής, όπου συγγενείς και φίλοι προσέρχονται να προσκυνήσουν, να ανάψουν ένα κερί και να λάβουν την ευχή της Παναγίας. Αυτή η φιλοξενία της ιερής εικόνας θεωρείται τιμητικό προνόμιο, διακονία εκ μέρους του πιστού «πανηγυρά» και ευθύνη απέναντι στην κοινότητα. Την παραμονή, ή ανήμερα της πανήγυρης, η εικόνα μεταφέρεται με πομπή στον Ναό και εκφράζει τη μετάβαση από την οικογένεια στη λειτουργική σύναξη των πιστών. Το έθιμο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της Σιφνέικης παράδοσης όπου η εικόνα γίνεται σύμβολο ανάμεσα στην οικογένεια και την εκκλησία. Μετά την ολοκλήρωση του πανηγυριού η εικόνα παραδίδεται στον επόμενο «πανηγυρά» που αναλαμβάνει να τη φιλοξενήσει σπίτι του, μέχρι την επόμενη γιορτή σε μια αδιάκοπη αλυσίδα πίστης, φιλοξενίας και πολιτισμικής συνέχειας.
Παρόμοιες παραδόσεις συναντάμε και αλλού όπως τα πανηγύρια της Ικαρίας, της Νάξου, της Αμοργού, της Πάρου, της Τήνου και της Κρήτης.
Σε μια εποχή που οι δεσμοί των ανθρώπων δοκιμάζονται, τα ελληνικά πανηγύρια εξακολουθούν να υπενθυμίζουν ότι η παράδοση αποτελεί μια ζωντανή πράξη κοινωνικής συνοχής και πολιτισμού, μια πολύτιμη παρακαταθήκη που εμπνέει και ενώνει.



