Η πρόσκληση μιλούσε για έναν εορτασμό: 14 χρόνια λειτουργίας του ΝΕΟΝ, ένα φιλικό γεύμα στο Θησείο, μια ευκαιρία να κοιτάξει κανείς πίσω σε μια επιτυχημένη πορεία και, αναμενόμενα, να ακούσει για τα επόμενα σχέδια. Όσοι βρεθήκαμε εκεί πήγαμε με αυτή την προσδοκία: Μιας επετείου που θα άνοιγε προς το μέλλον.
Η πραγματικότητα, όμως, ήταν εντελώς διαφορετική. Η ανακοίνωση ότι ο ΝΕΟΝ θα ολοκληρώσει τη δραστηριότητά του το 2027, με την τριλογία του Μάικλ Ράκοβιτς να κορυφώνεται με την επαναλειτουργία του Παλαιού Μουσείου της Ακρόπολης, έπεσε ως “κεραυνός εν αιθρία”, προκαλώντας αιφνιδιασμό και μια σχεδόν απτή σιωπή στον χώρο. Ήταν κάτι που κανείς δεν περίμενε. Ίσως γιατί ο οργανισμός είχε πια ενσωματωθεί τόσο βαθιά στο πολιτιστικό τοπίο της πόλης, ώστε η παρουσία του φαινόταν αυτονόητη.



Όπως ανέφερε ο ιδρυτής του ΝΕΟΝ, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, η ιδέα για τον οργανισμό είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ήδη από το 2006, πολύ πριν πάρει την τελική της μορφή το 2012. Σε μια περίοδο γενικευμένης ευφορίας – την εποχή των «εύκολων» χρημάτων, της επιφανειακής ευημερίας και της βεβαιότητας ότι η ανάπτυξη ήταν δεδομένη – είχε τολμήσει σε μία ομιλία του στον ΣΕΒ, να διατυπώσει μια δυσοίωνη πρόβλεψη: Ότι το όχι μακρινό μέλλον θα έβρισκε την Ελλάδα σε δυσμενή θέση, φτωχότερη και περιθωριοποιημένη. Τότε, τα λόγια του αντιμετωπίστηκαν με αμηχανία, αν όχι με δυσπιστία. Ωστόσο, η κρίση που ακολούθησε επιβεβαίωσε εκείνη τη διαίσθηση και, κυρίως, οδήγησε σε μια βαθύτερη συνειδητοποίηση: Ότι η κρίση δεν ήταν μόνο οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτιστική, αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που είχε μάθει να μην αμφισβητεί, να μην αναζητά.
Μέσα από αυτή τη σκέψη γεννήθηκε ο ΝΕΟΝ. Όχι ως απλή απάντηση στην οικονομική δυσπραγία, αλλά ως μια παρέμβαση σε αυτό το βαθύτερο έλλειμμα: Την ανάγκη για πνευματική εγρήγορση και αλλαγή νοοτροπίας. Με βασική πεποίθηση ότι η σύγχρονη τέχνη μπορεί να αφυπνίσει, να προκαλέσει και να διευρύνει την αντίληψη, επιδίωξε εξαρχής να φέρει το ευρύ κοινό σε ουσιαστική επαφή με αυτήν, έξω από τα στενά όρια των παραδοσιακών θεσμών.


Ο ΝΕΟΝ, ωστόσο, δεν θα ήταν αυτό που υπήρξε χωρίς τους ανθρώπους του. Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την πορεία κατέχει η διευθύντριά του, Ελίνα Κουντούρη, αλλά και η ευρεία ομάδα συνεργατών που δούλεψαν με συνέπεια, αφοσίωση και ενθουσιασμό όλα αυτά τα χρόνια. Όπως η ίδια περιέγραψε, η συνάντησή της με τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο το 2012 υπήρξε καθοριστική: Μέσα από έναν ουσιαστικό διάλογο για τη σχέση με τη σύγχρονη τέχνη και την ανάγκη ενός νέου θεσμού, διαμορφώθηκε η ιδέα ενός οργανισμού «χωρίς κτίριο», που θα έφερνε την τέχνη πιο κοντά στο κοινό. Η αποστολή ήταν σαφής από την αρχή: Να μεταφερθεί η σύγχρονη δημιουργία σε οικείους, ζωντανούς χώρους της πόλης, ώστε να πάψει να είναι απρόσιτη και να λειτουργήσει ως εργαλείο κοινωνικής συνοχής και ανοιχτού διαλόγου.




Η υλοποίηση αυτής της ιδέας δεν ήταν χωρίς προκλήσεις. Η παρουσία της τέχνης στον δημόσιο χώρο, και μάλιστα σε ιστορικά και αρχαιολογικά περιβάλλοντα, απαιτούσε συνεχή διαπραγμάτευση, υπέρβαση προκαταλήψεων και προσεκτική ισορροπία, ώστε το έργο να διατηρεί τη δύναμή του μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από μια πορεία σταδιακή, μεθοδική και βαθιά συνεργατική, ο ΝΕΟΝ κατάφερε να δημιουργήσει αυτό ακριβώς που είχε οραματιστεί: Συνθήκες συνύπαρξης μέσα στην πόλη, όπου η τέχνη γίνεται κοινή εμπειρία. Οι εκθέσεις φιλοξενήθηκαν σε διαφορετικούς και συχνά μη αναμενόμενους τόπους: από χώρο στάθμευσης στην οδό Ηπείρου & Γ’ Σεπτεμβρίου έως το Αστεροσκοπείο, τα Κουφονήσια, το Μουσείο & τον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου, την Αρχαία και τη Ρωμαϊκή Αγορά, αλλά και το πρώην Δημόσιο Καπνεργοστάσιο.
Στην πορεία του, ο ΝΕΟΝ λειτούργησε με έναν ανοιχτό, εξωστρεφή τρόπο, συνδέοντας τη σύγχρονη τέχνη με την καθημερινότητα της πόλης και δημιουργώντας γέφυρες ανάμεσα στην πολιτιστική κληρονομιά και τη σύγχρονη δημιουργία. Παράλληλα, ανέπτυξε ένα ευρύ φάσμα δράσεων: Εκθέσεις σε διαφορετικά σημεία της πόλης και της χώρας, αναθέσεις νέων έργων, εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές και κοινό, υποτροφίες και χορηγίες για καλλιτέχνες και επαγγελματίες του χώρου, καθώς και συνεργασίες με θεσμούς και διεθνείς φορείς.



Το αποτύπωμά του δεν περιορίζεται στους αριθμούς ή στη διάρκεια της δράσης του. Ο ΝΕΟΝ συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτιστικού οικοσυστήματος: Διεύρυνε το κοινό της σύγχρονης τέχνης, ενίσχυσε την παρουσία της στον δημόσιο χώρο, ενεργοποίησε νέες πρωτοβουλίες και συνέβαλε στη μετατροπή της Αθήνας σε σημείο αναφοράς στον διεθνή καλλιτεχνικό χάρτη. Δημιούργησε επίσης δίκτυα και υποδομές, διαμορφώνοντας μια πιο άμεση και ανοιχτή σχέση του κοινού με τη σύγχρονη τέχνη.
Η απόφαση για την ολοκλήρωση της δράσης του δεν παρουσιάζεται ως τέλος, αλλά ως συνειδητή επιλογή σε μια στιγμή ωρίμανσης – όταν ο αρχικός στόχος έχει, σε μεγάλο βαθμό, επιτευχθεί και το τοπίο έχει πλέον αλλάξει. «Το περιβάλλον στη δημιουργία του οποίου συνεισέφερε ο ΝΕΟΝ δεν μας χρειάζεται πλέον», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Ωστόσο, παρά αυτή τη λογική, η απουσία του θα είναι αισθητή. Γιατί ο ΝΕΟΝ δεν υπήρξε απλώς ένας οργανισμός παραγωγής εκθέσεων, αλλά ένας καταλύτης που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη τέχνη συναντά την κοινωνία. Και αυτό ακριβώς είναι που θα λείψει περισσότερο: Η ικανότητά του να μετατρέπει την πόλη σε χώρο εμπειρίας και διαλόγου, κάνοντας την τέχνη ζωντανή, κοινή και αναγκαία.
Οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Δημήτρη Δασκαλόπουλο, που μας έδωσε όλα αυτά τα χρόνια την ευκαιρία να εκτεθούμε στις προκλήσεις και στις συγκινήσεις της σύγχρονης τέχνης, αλλά και για την παρακαταθήκη που αφήνει πίσω ο ΝΕΟΝ. Ταυτόχρονα όμως αφήνει, πίσω και αναπάντητα ερωτήματα: Τι έπεται; Ποια ιδιωτική πρωτοβουλία ή ποιος φορέας θα αναλάβει, με την ίδια συνέπεια και αφοσίωση, τη συνέχεια αυτού του σύνθετου πολιτιστικού κινήματος με το ισχυρό αποτύπωμα στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης;
