Στο Bring Your Chair – Cozy Festival, η τέχνη δεν χωρά απαραίτητα σε μία μόνο μορφή. Η βραδιά της προβολής του ντοκιμαντέρ La Quinta Stagione στη Σίφνο ήταν, τυπικά, μια κινηματογραφική εκδήλωση – μία από τις διαφορετικές δράσεις που συνθέτουν το πρόγραμμα του φεστιβάλ. Στην πράξη, όμως, η εμπειρία απευθύνθηκε και σε μια άλλη από τις πέντε αισθήσεις: Tη γεύση.
Γιατί όταν μια ταινία αφηγείται τις ιστορίες πέντε γυναικών σεφ – της Caterina Ceraudo, της Martina Caruso, της Valeria Piccini, της Antonia Klugmann και της Cristina Bowerman – οι οποίες έχουν κατακτήσει τη δική τους θέση στη σύγχρονη ιταλική γαστρονομία, σε έναν επαγγελματικό χώρο που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ανδρική παρουσία, ήταν φυσικό η ιστορία να μεταφερθεί, έστω και για λίγο, από την οθόνη στο τραπέζι και από την εικόνα στην πράξη.



Το La Quinta Stagione, σε σκηνοθεσία Giuseppe Carrieri και παραγωγή της Paola Valeria Jovinelli, συνιδρύτριας του Bring Your Chair – Cozy Festival, πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 82ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, στο πλαίσιο των Giornate degli Autori.
Για τις ανάγκες των γυρισμάτων, οι δημιουργοί ταξίδεψαν από τον ιταλικό Βορρά έως τον Νότο, ακολουθώντας τις πέντε σεφ στους δικούς τους τόπους και σε διαφορετικές εποχές του χρόνου. Η κάμερα καταγράφει το τοπίο, την πρώτη ύλη, την καθημερινότητα και τη διαδικασία της δημιουργίας, συνθέτοντας ένα κινηματογραφικό έργο που ξεπερνά την απλή καταγραφή της γαστρονομίας. Η φωτογραφία και οι λήψεις αναδεικνύουν τη φύση και τους τόπους με τρόπο που κάνει το φαγητό να μοιάζει σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου από το οποίο γεννιέται.
Ο τίτλος La Quinta Stagione – «Η Πέμπτη Εποχή» – ανοίγει, παράλληλα, ένα ακόμη πεδίο προβληματισμού. Δεν πρόκειται για μια ακόμη εποχή με τη συμβατική έννοια, αλλά για μια νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω από την εποχικότητα, την πρώτη ύλη και τις αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον. Όπως εξήγησε η Cristina Bowerman, «η πέμπτη εποχή είναι κάτι που υπάρχει αλλά δεν έχει κωδικοποιηθεί ακόμη».
Με αφορμή την προβολή της ταινίας, η Cristina Bowerman βρέθηκε στη Σίφνο ως special guest του φεστιβάλ. Η διεθνώς αναγνωρισμένη Ιταλίδα σεφ είναι η μόνη γυναίκα σεφ στη ρωμαϊκή πρωτεύουσα που διατηρεί εστιατόριο βραβευμένο με αστέρι Michelin, το Glass Hostaria, το οποίο απέκτησε τη διάκριση το 2010.
Η παρουσία της έδωσε στη βραδιά μια επιπλέον διάσταση, καθώς η κινηματογραφική αφήγηση μεταφέρθηκε από την οθόνη σε μια πραγματική γαστρονομική εμπειρία.


Στο τέλος της βραδιάς, σε μικρά πήλινα μπολάκια με χαραγμένο το σήμα του Bring Your Chair, προσφέρθηκαν στους θεατές σιφνέικα ρεβίθια, το χαρακτηριστικό παραδοσιακό φαγητό του νησιού. Δίπλα στην Cristina Bowerman βρέθηκε ο Edoardo Traverso, resident chef του Identità Milano.
Η προσέγγιση της Bowerman απέναντι σε ένα τόσο χαρακτηριστικό πιάτο της σιφνέικης παράδοσης είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όπως εξήγησε η ίδια, όταν της ζητήθηκε να μαγειρέψει τα ρεβίθια, δεν θέλησε –ούτε θα τολμούσε– να αλλάξει την παραδοσιακή συνταγή. Αφού δεν είχε δοκιμάσει ξανά το συγκεκριμένο πιάτο, φρόντισε πρώτα να μελετήσει τη συνταγή και να κατανοήσει τη λογική της. Χρησιμοποίησε τα ίδια υλικά, προσθέτοντας μόνο μια μικρή προσωπική πινελιά στο κρεμμύδι, που έδωσε μια πιο πικάντικη νότα.
Η Bowerman, η οποία επισκέφθηκε τη Σίφνο για πρώτη φορά, δήλωσε επίσης γοητευμένη από το νησί και εντυπωσιασμένη από την εμπειρία της. Έτσι, η συνάντησή της με τη σιφνέικη γαστρονομική παράδοση έμοιαζε περισσότερο με διάλογο παρά με επίδειξη τεχνικής.
Μια διεθνής ματιά με ιταλικές ρίζες
Η Cristina Bowerman δεν ακολούθησε μια συμβατική διαδρομή προς τη γαστρονομία. Μεγαλωμένη στην Απουλία, σπούδασε αρχικά ξένες γλώσσες και στη συνέχεια νομική. Η ζωή και οι σπουδές της την οδήγησαν αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εργάστηκε επίσης ως γραφίστρια, πριν αποφασίσει να αφοσιωθεί επαγγελματικά στη μαγειρική.
Η επαφή της με έναν διαφορετικό, πολυπολιτισμικό κόσμο, αλλά και η προηγούμενη ακαδημαϊκή και επαγγελματική της διαδρομή, επηρέασαν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο θα αντιλαμβανόταν αργότερα τη γαστρονομία. Όταν επέστρεψε στην Ιταλία για να ακολουθήσει τον δρόμο της κουζίνας, έφερε μαζί της εμπειρίες, εικόνες και γνώσεις από διαφορετικά περιβάλλοντα.
Η κουζίνα της έγινε έτσι ο χώρος όπου συναντήθηκαν οι ιταλικές της ρίζες, η διεθνής εμπειρία και η γνώση διαφορετικών πολιτισμών. Στο Glass Hostaria ανέπτυξε μια προσωπική γαστρονομική ταυτότητα που συνδυάζει την ιταλική παράδοση με μια ανοιχτή, σύγχρονη και συχνά απρόβλεπτη ματιά.
Για την Bowerman, η παράδοση δεν αποτελεί ένα σύνολο κανόνων που πρέπει απλώς να διατηρηθούν. Μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για επανερμηνεία, πειραματισμό και νέους συνδυασμούς. Και η δημιουργική διαδικασία, όπως περιγράφει η ίδια, μπορεί να ξεκινήσει από κάτι πολύ συγκεκριμένο: μια εικόνα, μια τεχνική ή, συχνότερα, ένα υλικό «το οποίο ερωτεύομαι παράφορα». Από εκεί αρχίζει να σχεδιάζει, να εφευρίσκει και να αναζητά διαφορετικές δυνατότητες.
Η ίδια περιγράφει τη διαδρομή της ως μια «μάχη», θεωρεί όμως ότι στάθηκε τυχερή επειδή κατάφερε να παραμείνει συνεπής στον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο. Δεν θέλησε να υποκύψει στις μόδες ή να ακολουθήσει κάθε νέα τάση.
«Προσπαθούσα πάντα να είμαι συνεπής με τον τρόπο που βλέπω τη ζωή και συνεπής με τον τρόπο που βλέπω τον πολιτισμό», λέει.
Ίσως αυτή η συνέπεια να εξηγεί και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την καινοτομία. Δεν σημαίνει απαραίτητα ρήξη με ό,τι προϋπήρχε, αλλά περισσότερο ένα διαρκές update: έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάζει κανείς κάτι που ήδη υπάρχει και να ανακαλύπτει νέες δυνατότητες μέσα σε αυτό.
Η Bowerman βλέπει επίσης το φαγητό ως έναν τρόπο επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών. «Πιστεύω ότι υπάρχει ένα κόκκινο νήμα μεταξύ όλων των ανθρώπων του κόσμου», λέει, θεωρώντας ότι η γαστρονομία μπορεί να λειτουργήσει ως μια κοινή γλώσσα.
Για την ίδια, άλλωστε, το να είσαι σεφ σημαίνει να μεταδίδεις το δικό σου αποτύπωμα. Και πίσω από τους επαγγελματικούς τίτλους και τις διακρίσεις υπάρχει μια βαθιά προσωπική σχέση με την κουζίνα – μια σχέση που εξακολουθεί να της προκαλεί, όπως λέει, «αυτό το σκίρτημα» που την κάνει να θέλει να συνεχίζει να εργάζεται.
Η θέση της αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν μιλά για τις γυναίκες στον χώρο της γαστρονομίας:
«Θα ήθελα οι γυναίκες να νιώθουν αγαπητές στις κουζίνες, γιατί εγώ βρήκα την ελευθερία μου στην κουζίνα.»
Η φράση αυτή ίσως συμπυκνώνει καλύτερα τη σχέση της Cristina Bowerman με τη μαγειρική. Για εκείνη, η κουζίνα δεν υπήρξε μόνο ένας χώρος επαγγελματικής καταξίωσης, αλλά ένας χώρος δημιουργίας, έκφρασης και, τελικά, ελευθερίας.

Και αυτό κάνει ακόμη πιο ουσιαστική τη θέση της μέσα στο La Quinta Stagione: Ανάμεσα στις πέντε γυναίκες που επέλεξαν να δημιουργήσουν και να διακριθούν σε έναν χώρο όπου η γυναικεία παρουσία εξακολουθεί να διεκδικεί τον χώρο της.
Στη Σίφνο, η ταινία έφερε τις ιστορίες και των πέντε στην οθόνη. Η Cristina Bowerman, όμως, έφερε μαζί της και κάτι από τη δική της γαστρονομική γλώσσα – όχι για να αλλάξει τη σιφνέικη παράδοση, αλλά για να συνομιλήσει μαζί της.
Για λίγες ώρες, η Σίφνος και η Ιταλία συναντήθηκαν σε ένα πιάτο.

