Ο Όμηρος ήταν από εκείνους τους άντρες που όπου βρεθούν, τραβούν τα βλέμματα χωρίς προσπάθεια, εντελώς φυσικά: Σ’ αυτό βοηθούσε πολύ η εμφάνισή του. Ψηλός, με φωτεινά γαλανά μάτια και πλατύ χαμόγελο, έβγαινε από μέσα του ηρεμία και δύναμη ταυτόχρονα. Και σ’ έκανε αμέσως να τον εμπιστεύεσαι!
Στα 22 του, τελειόφοιτος ψυχολογίας, σχεδίαζε τα επόμενά του βήματα, πώς θα ανοίξει τον δικό του χώρο ως ψυχοθεραπευτής, πώς θα αναπτύξει το πελατολόγιό του, πώς θα γίνει ένας πραγματικά χρήσιμος σύμβουλος για εκείνους που τον είχαν ανάγκη.
Παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο Όμηρος είχε ήδη πίσω του ένα θυελλώδες εφηβικό παρελθόν: Παρασυρμένος από κακές παρέες, είχε μπλέξει με ναρκωτικά, μικροκλοπές, κι είχε περάσει αρκετές νύχτες στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς, στέλνοντας κάθε φορά την καημένη τη χήρα μητέρα του «αδιάβαστη» από αγωνία. Μέχρι που κάποια στιγμή, ένα από εκείνα τα βράδια που τον κρατούσαν στο τμήμα, συνάντησε έναν γέρο, αντίστοιχο «μικροαπατεώνα», που μπαινόβγαινε όλη του τη ζωή στη φυλακή, και άκουσε από το στόμα του μια κουβέντα που γράφτηκε με ανεξίτηλο μελάνι στο μυαλό και στην καρδιά του «Όμηρε, τι όμορφο όνομα που έχεις… Στρώσου να γράψεις τη δική σου ιστορία όμορφη, όχι σαν τη δική μου».
Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή έγινε μέσα στην ύπαρξη του Όμηρου το μεγάλο «κλικ», η μεγάλη στροφή, η εσωτερική και στη συνέχεια εξωτερική του «μετακίνηση»!
Παράτησε τις κακές παρέες, στρώθηκε στο διάβασμα και σε λίγους μήνες μπήκε στο Πανεπιστήμιο σπουδάζοντας ψυχολογία. Διάβαζε ασταμάτητα, έκανε εντατική θεραπεία αναζητώντας απαντήσεις στα τραύματα που κουβαλούσε. Και σιγά-σιγά άρχισε να νιώθει διαφορετικός, πιο ώριμος, πιο ήρεμος, πιο συμφιλιωμένος εσωτερικά.
Πέρασαν έτσι τέσσερα χρόνια και ο Όμηρος δεν είχε πια καμία σχέση με εκείνον τον θυμωμένο έφηβο, τον σχεδόν απολίτιστο και συνεχώς μπλεγμένο. Έχοντας ολοκληρώσει και το στρατιωτικό του -μικρό διάστημα γιατί ήταν προστάτης οικογένειας- ήταν πια στη φάση που, ανοίγοντας τον δικό του χώρο, θα βοηθούσε τους ανθρώπους να βγουν από τα δικά τους τούνελ στο φως.
Είχε ήδη βρει τον χώρο του και ετοιμαζόταν, μέχρι που ξέσπασε ο covid και όλα σταμάτησαν. Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια και ο Όμηρος είδε ένα καινούργιο τούνελ να ξεκινάει, καθώς όλα του τα σχέδια ματαιώθηκαν. Και εκεί ακριβώς, αποφάσισε να ανοίξει την καρδιά του στα κοινωνικά δίκτυα, στην αρχή όχι σαν ειδικός, αλλά σαν άνθρωπος που είχε πέσει και είχε ξανασηκωθεί. Εξομολογούνταν τα λάθη του, μοιραζόταν όσα μάθαινε για την ψυχολογία, εξηγούσε πώς η αυτογνωσία μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή. Γρήγορα έγινε γνωστός, οι ακόλουθοί του αυξάνονταν καθημερινά σε εκατοντάδες, χιλιάδες και τα βίντεό του γίνονταν viral. Ήταν και η εποχή που ο κόσμος ήταν κλεισμένος στα σπίτια και αυτή η ανάπτυξη ήταν πολύ εύκολη! Κι ο Όμηρος συνέχιζε με ενθουσιασμό: Κάθε μήνυμα «με βοήθησες» του έδινε δύναμη, κάθε πρόσκληση για live γέμιζε με κόσμο.
Μέχρι που κάποια στιγμή, η ζωή του άρχισε να αλλοιώνεται: Ξυπνούσε και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να κοιτάζει τα στατιστικά. Πριν κοιμηθεί, μετρούσε προβολές, likes και σχόλια. Όταν ένα βίντεο δεν πήγαινε καλά, ένιωθε αποτυχημένος. Όταν ένα post απογειωνόταν, πίστευε πως άξιζε περισσότερο, έβλεπε άλλους, «ανταγωνιστές» του και συγκρινόταν συνεχώς!!!
Χωρίς να το συνειδητοποιήσει, η αυτοεκτίμησή του κρεμάστηκε από έναν αλγόριθμο, και η πραγματική ζωή άρχισε να υπάρχει μόνο για δημοσίευση. Ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα δεν ήταν πια μια στιγμή γαλήνης, ήταν πιθανό περιεχόμενο. Ένα δείπνο με την κοπέλα του έπρεπε να φωτογραφηθεί, μια βόλτα με φίλους αποκτούσε αξία μόνο αν μπορούσε να γίνει story στα social. Ακόμη και οι πιο προσωπικές του σκέψεις περνούσαν πρώτα από το φίλτρο της ερώτησης: «Θα αρέσει στους ακολούθους μου;»
Και κάπου εκεί, για τον Όμηρο, «χάθηκε η μπάλα», γιατί εξαφανίστηκε η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη ζωή που ζεις και στη ζωή που προβάλλεις. Στο αν ζεις για να είσαι ευτυχισμένος ή για να φαίνεσαι ευτυχισμένος.
Και τότε ήρθε η κατάρρευση για δεύτερη φορά.
Δεν ήταν ξαφνική. Ήταν η συσσωρευμένη εξάντληση πολλών μηνών. Άγχος, αϋπνίες, κρίσεις πανικού, συνεχής φόβος ότι δεν είναι αρκετός. Ένα πρωί δεν μπόρεσε ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Για πρώτη φορά δεν είχε τη δύναμη να ανοίξει την κάμερα. Και εκεί, μέσα στη σιωπή που τόσο καιρό απέφευγε, κατάλαβε κάτι που τον συγκλόνισε. Είχε εκατοντάδες χιλιάδες ακόλουθους, αλλά ένιωθε απελπιστικά μόνος.
Ευτυχώς, εκείνη την τόσο δύσκολη στιγμή δίπλα του στάθηκαν η κοπέλα του και η μητέρα του, που δεν ενδιαφέρονταν για τους αριθμούς, δεν τον ρωτούσαν πόσους νέους ακόλουθους είχε αποκτήσει, ή αν το τελευταίο ποστ είχε επιτυχία. Μόνο φρόντιζαν να τρώει καλά, να ξεκουράζεται, να κοιμάται ήσυχα.
Βγαίνοντας κι από αυτό το τούνελ, ο Όμηρος άρχισε να ξαναμαθαίνει τι σημαίνει να ζεις. Να είναι σε μια συναυλία χωρίς να τραβάει βίντεο. Να απολαμβάνει έναν καφέ χωρίς να φωτογραφίζει το φλιτζάνι. Να αγκαλιάζει τους ανθρώπους του χωρίς να σκέφτεται αν αυτή η στιγμή θα συγκινήσει το κοινό του. Ανακάλυψε ότι οι πιο πολύτιμες στιγμές είναι εκείνες που δεν θα δει ποτέ κανείς άλλος. Εκείνες που «ανήκεις πραγματικά!»




