Γνώρισα την Άννα Πατάκη πριν αρκετά χρόνια, όταν έβαλε κάτω από τα φτερά του εκδοτικού οίκου που συν-διευθύνει, την έκδοση Μεσημέρι στου Απότσου – μια ιστορία για το θρυλικό ουζερί το λειτουργούσε και σαν «μικρή βουλή» στο κέντρο των Αθηνών, την οποία μου είχε αναθέσει να αποτυπώσω η κόρη του Βασίλη Απότσου, Λιλέτα Θανοπούλου.
Με την εκδότρια είχαμε συναντηθεί προηγουμένως, τυχαία, σε ένα φιλικό σπίτι και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η δύναμη προσωπικότητας που εξέπεμπε η κατά τα άλλα πολύ γλυκιά φυσιογνωμία της, τόσο διακριτική, ευγενική και ευαίσθητη που κάτω από άλλες συνθήκες θα την αποκαλούσες εύθραυστη. Είχα νιώσει -και εξακολουθώ να νιώθω- θαυμασμό για αυτή τη γυναίκα, όπως και για όλους σχεδόν τους μεγάλους και μικρούς Έλληνες εκδότες, για την τόλμη και το θάρρος που έχουν να υποστηρίζουν την υπόθεση “βιβλίο” σε μια χώρα που δεν φημίζεται για τη φανατική φιλαναγνωσία των κατοίκων της. Εκείνην τη θαυμάζω διπλά για το γεγονός ότι μαζί με τα αδέρφια της πήραν την ιστορία του διάσημου εκδότη πατέρα τους Στέφανου Πατάκη και την εκτόξευσαν με σύνεση, εμπνευσμένα κριτήρια, σοφές αποφάσεις και προσεκτική φροντίδα: την ίδια φροντίδα που είχαν προσφέρει σ’ εκείνο το βιβλίο του Απότσου, αποσπάσματα του οποίου εξακολουθούν να αναδημοσιεύονται σε αφιερώματα για την παλιά Αθήνα. Η δε παρουσίασή του είχε αφήσει εποχή, καθώς, με την ίδια φροντίδα, συνοδεύτηκε από ένα “παλιάς κοπής” μεσημεριανό γλέντι. Και όλα αυτά μαζί, σαν πολύτιμη ανάμνηση από ένα συναίσθημα οικείο, φιλικό και ευρύχωρο, σε συνδυασμό με ενοχές για την αφόρητη χρονική πίεση που της άσκησα, και ευγνωμοσύνη για την πρόθυμη συνεργασία της, γύρισαν να με κατακλύσουν όταν μίλησα ξανά με την Άννα Πατάκη για τη συνέντευξη της που ακολουθεί.
Θα λέγαμε ότι το κοινό του Just a Number, ανήκει στη δυναμική ομάδα του αναγνωστικού κοινού;
Αν εννοούμε ανθρώπους κάπως μεγαλύτερης ηλικίας, δηλαδή από 55 και πάνω, τότε ναι, σίγουρα είναι ένα δυναμικό κοινό στην αγορά του βιβλίου. Δεν μιλώ με νούμερα γιατί είναι πάντα λίγο στεγνή η γλώσσα τους. Μιλώ, κυρίως, έχοντας στο μυαλό μου τη γενιά που θεωρούμε ότι τα τελευταία 20 χρόνια διαβάζει. Πρόκειται για το ενήλικο αναγνωστικό κοινό που μεγαλώνει και εξελίσσεται όπως όλοι μας και έχει την ιδιαιτερότητα ότι προέρχεται μεν από την αναλογική εποχή αλλά έχει μπει και στην ψηφιακή. Άρα, νομίζω ότι ναι, σε αρκετές κατηγορίες είναι ο σκληρός πυρήνας του αναγνωστικού κοινού σε αντίθεση με βιβλία για παιδιά και νέους τα οποία, χωρίς να αναφερθώ πάλι σε νούμερα, θα πω ότι ακολουθούν μια κανονική και μάλλον ανοδική πορεία.
Ακούγεται εντυπωσιακό το σχόλιο περί ανοδικής πορείας σε βιβλία που απευθύνονται σε ιδιαίτερες, απαιτητικές ηλικίες, όπως τα παιδιά…
Χωρίς να παραθέσω και εδώ απόλυτα νούμερα, θα το εξηγήσω ως εξής: Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρό. Είναι, δηλαδή, ένα από τα μικρότερα κοινά στην Ευρώπη. Όταν λοιπόν ο δείκτης μας είναι σταθερά μικρός, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για περαιτέρω συρρίκνωσή του. Δεν μπορείς να συγκρίνεις με κάποιες χώρες που έχουν επιτύχει πολύ υψηλά νούμερα στις πωλήσεις βιβλίων και βλέπουν ξαφνικά μια μετρήσιμη, υπολογίσιμη πτωτική τάση. Εκεί πρόκειται για ένα φαινόμενο με τη δική του λογική και με πολλές παραμέτρους. Στην Ελλάδα, λόγου χάρη, μέσα σε κάθε μεγάλη κατηγορία βιβλίων υπάρχουν διάφορες υποκατηγορίες. Όμως, αυτή που αποκαλείται ‘παιδικό βιβλίο’ δεν έχει υποστεί συρρίκνωση.
Αναγνωρίζω ότι υπάρχει ανησυχία σε διάφορους κύκλους, όπως και τους εκπαιδευτικούς, για το κατά πόσο μπορούν να συγκεντρωθούν πλέον τα παιδιά στο διάβασμα, ειδικά στις κρίσιμες ηλικίες. Αυτό που έχω να πω εγώ είναι ότι η εφηβεία αποτελεί πάντα μια δύσκολη περίοδο, κατά την οποία τα πράγματα έρχονται τα πάνω κάτω και είναι όντως πιο δύσκολο να συγκεντρωθούμε σε πράγματα που θεωρούμε “υποχρεωτικά”. Από την άλλη, βλέπεις τα παιδιά να διαβάζουν τούβλα ολόκληρα όταν πρέπει ή όταν κάτι τα ενδιαφέρει. Συνολικά όμως, ούτε σ’ αυτή την κατηγορία υπάρχει συρρίκνωση.
Εδώ, οφείλουμε να πούμε και κάτι άλλο: Στην Ελλάδα έχουμε μια εκδοτική παραγωγή πολύ φιλότιμη, από όλους τους εκδότες, γεγονός που αποτελεί ένα μικρό παράδοξο και το οποίο με κάνει λίγο πιο αισιόδοξη, όταν μιλάμε για όλα αυτά – ίσως επειδή το επάγγελμα του εκδότη στη χώρα μας το κάνουν πάρα πολλοί άνθρωποι αφοσιωμένοι και δεν είναι μια αγορά που κυριαρχείται από πολυεθνικές. Νιώθει λοιπόν κάποιος -και ισχύει σε μεγάλο βαθμό- ότι μπορεί να μπει σε αυτή την αγορά, ακόμα και όντας μικρός εκδότης και να βρει τη θέση του. Ως εκ τούτου βγαίνουν πολλά βιβλία, μεγάλο μέρος των οποίων είναι και καλά, και έτσι η αγορά κρατιέται σε μία πορεία και μάλιστα, συχνά, ανοδική. Φυσικά, υπάρχουν και περίοδοι δυσπραγίας, οικονομικής κρίσης όπου παρατηρείται γενικώς μια στασιμότητα – αλλά όχι συρρίκνωση.
Υπάρχει, θα λέγατε, περίπτωση, η συνήθεια της νέας ψηφιακής γενιάς, που έχει μάθει να διαβάζει μικρά, αποσπασματικά κείμενα, να μεταμορφώσει σταδιακά και το ίδιο το βιβλίο, επηρεάζοντας το σχεδιασμό του;
Σίγουρα στην ανάγκη της εικόνας προσαρμόζονται όλο και περισσότερο τα παιδικά βιβλία, κάτι που είναι απολύτως λογικό. (Σ.Σ. Ας κάνουμε εδώ μία μνεία και στους υπέροχους Έλληνες εικονογράφους…) Γενικά μιλώντας, ωστόσο, θα έλεγα ότι υπάρχουν κατηγορίες βιβλίων που σίγουρα «οφείλουν» να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό της εικόνας που κυριαρχεί σε άλλα μέσα.Τέτοιες κατηγορίες «υποφέρουν» από αυτή την άποψη, καθώς κινούνται σε ένα περιβάλλον όπου η εικόνα αποτελεί πυλώνα περιεχομένου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα βιβλία μαγειρικής. Σήμερα μπορείς να βρεις χιλιάδες συνταγές σε εκατοντάδες μέσα που απεικονίζονται μέσα από λαχταριστές φωτογραφίες και συνοδεύονται από εικονογραφημένα τα βήματα για την εκτέλεσή τους. Εκεί, πρέπει και το βιβλίο να προσαρμοστεί, να γίνει πιο περιεκτικό και πολύ ελκυστικό. Στα πρακτικά θέματα, τα πράγματα εξελίσσονται πολύ γρήγορα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για άλλες κατηγορίες και η αλήθεια είναι ότι δεν έχω δει κάποια δραματική αλλαγή στην “έννοια” βιβλίο – ούτε νομίζω ότι θα συμβεί άμεσα κάποια ανατρεπτική μεταβολή.
Τα audiobooks, τι ρόλο παίζουν;
Η ιδέα να περπατάς, να οδηγείς, να κάνεις χειρωνακτικές δουλειές και να ακούς μια, συχνά πολύ οικεία, φωνή να αφηγείται στο αυτί σου υπέροχες ιστορίες από περισσότερο ή λιγότερο γνωστά βιβλία, είναι κάτι πολύ πρόσφατο στην Ελλάδα. Υπήρχαν βέβαια παλαιότερα κάποια βιβλία σε κασέτες, βιβλία με μουσική, αλλά τα audiobook, μόλις τα τελευταία χρόνια αποτελούν και στον τόπο μας μια οργανωμένη αγορά. Σε άλλες χώρες υπάρχει εδώ και δεκαετίες ένα κοινό που διαλέγει αυτόν τον τρόπο για να γνωρίσει τα βιβλία. Όταν, λόγου χάρη, 19 ετών, ξεκίνησα να πηγαίνω στη μεγάλη έκθεση βιβλίου στη Φρανκφούρτη, διαπίστωσα με μεγάλη έκπληξη ότι ο φύλακας στην είσοδο για παράδειγμα, άκουγε λογοτεχνία στο ακουστικό του. Εδώ, η πλατφόρμα αυτή δημιουργήθηκε τα τελευταία 4 χρόνια, κυρίως μέσα από μεγάλες εταιρείες. Προηγουμένως, υπήρχαν κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως ο Φάρος Τυφλών, που έφτιαχνε έτσι μερικά βιβλία. Πρόκειται λοιπόν για καινούργιο πράγμα, το οποίο δεν έχει σταθμιστεί ακόμα, Αποτελεί όμως μια, ας πούμε, πάρα πολύ χρήσιμη λύση για ανθρώπους που έχουν δυσκολία όρασης ή που ταξιδεύουν ή που θέλουν να αξιοποιούν το χρόνο τους στο αυτοκίνητο ή στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Προς το παρόν, δεν έχουμε στοιχεία για ασφαλή συμπεράσματα – έχω δε την υποψία ότι πολλοί άνθρωποι ακούν συγκεκριμένα πράγματα. Όχι δηλαδή τόσο λογοτεχνία, όσο βιβλία για θέματα αυτοβοήθειας ή άλλα αντίστοιχα πρακτικά αντικείμενα…
Αν είχατε απέναντί σας έναν άνθρωπο που δεν διαβάζει, τι θα του λέγατε μέσα από την εμπειρία σας και την αγάπη σας για το βιβλίο προκειμένου να τον παρασύρετε σε αυτό τον μαγικό κόσμο;
Δεν θα ήθελα να τον παρασύρω… Θα ήθελα μόνο να του πω ότι, όπως σε πάρα πολλά πράγματα στη ζωή, υπάρχει ένα πρώτο βήμα για να αγαπήσεις κάτι – και αυτή η αγάπη μπορεί να σε πάει μετά κάπου αλλού. Το έχω δει αυτό στην πράξη με αρκετούς ανθρώπους που ανακάλυψαν, ακόμα και μετά από πολλά χρόνια ζωής, πόσο μεγάλη ευτυχία είναι να διαβάζεις και να βρίσκεις αυτό που αγαπάς, όχι επειδή είναι υποχρεωτικό ούτε επειδή οφείλουμε να μορφωθούμε ή να αποκτήσουμε ειδικές δεξιότητες, αλλά επειδή είμαστε άνθρωποι και μας γοητεύουν οι ιστορίες των ανθρώπων που προσπαθούν κι αυτοί να καταλάβουν το νόημα της ζωής. Κι αυτό είναι κάτι που μας αφορά όλους…
Βιογραφικό
Η Άννα Πατάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (πτυχίο Τμήματος Φιλοσοφίας, Ψυχολογίας, Παιδαγωγικής, κατεύθυνση Φιλοσοφίας) και στη Σορβόννη στο Παρίσι (Diplôme des études approfondies Πανεπιστημίου Paris I με θέμα “Η έννοια του τέλους στην Ποιητική του Αριστοτέλη και στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης του Καντ”). Από το 1996 εργάζεται στις Εκδόσεις Πατάκη, που ίδρυσε ο πατέρας της, Στέφανος Πατάκης, ως υπεύθυνη της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και των Επιστημών του Ανθρώπου. Έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, από το γαλλικό κράτος με το παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών, για τη δράση της υπέρ της προώθησης των σύγχρονων Γάλλων συγγραφέων. Έχει πει, σε συνέντευξή της, ότι δεν γνωρίζει τη “συνταγή” ούτε μπορεί να προβλέψει κατά πόσο ένα βιβλίο θα γίνει μπεστ-σέλερ. Παρόλα αυτά, με την εμπειρία, το ένστικτό και την ικανότητά της, έχει καταφέρει να συγκεντρώσει κάτω από το όνομα Πατάκη το πιο δυναμικό κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.


