Η 23η Απριλίου, Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, είναι μια υπενθύμιση της δύναμης της γνώσης, της γραφής και της μνήμης που μεταδίδεται μέσα από τις σελίδες των βιβλίων. Σε μια πόλη όπως η Αθήνα, όπου η πνευματική παράδοση διατρέχει τους αιώνες, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερο σημείο αναφοράς από τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού – ένα μνημείο που δεν υπήρξε απλώς χώρος φύλαξης βιβλίων, αλλά ζωντανό κέντρο παιδείας, διαλόγου και πολιτισμού.





Η μεγαλοπρεπής Βιβλιοθήκη του Αδριανού οικοδομήθηκε το 132 μ.Χ. από τον λάτρη του κλεινού άστεως, Αυτοκράτορα Αδριανό, στον μεγάλο χώρο που οριοθετούν οι σημερινές οδοί Άρεως, Δεξίππου, Αιόλου και Πανδρόσου, ως ένα λαμπρό πνευματικό και αρχιτεκτονικό επίτευγμα της ρωμαϊκής Αθήνας. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο οικοδόμημα, διαστάσεων 122 x 82 μ., με «εκατό κίονες φρυγίου λίθου, ορόφω τε επιχρύσω και αλαβάστρω λίθω», όπως την περιγράφει ο Παυσανίας, οργανωμένο γύρω από μία εσωτερική αυλή, με την κυρίως βιβλιοθήκη να βρίσκεται στο βάθος αυτής.


Η μία και μοναδική είσοδος βρισκόταν στη δυτική πλευρά, είχε ένα μνημειώδες πρόπυλο και τον τοίχο, κατασκευασμένο από πεντελικό μάρμαρο, κοσμούσαν κορινθιακοί κίονες, ενώ στο μέσο του μεγάλου αίθριου υπήρχε μακρόστενη δεξαμενή. Με την έλευση του Μεσαίωνα, ο προστατευμένος από το υστερορωμαϊκό τείχος χώρος της Βιβλιοθήκης γίνεται η καρδιά και το οικονομικό κέντρο της μεσαιωνικής Αθήνας, ενώ την εποχή της Τουρκοκρατίας λειτουργεί ως διοικητικό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο, με τον διατηρημένο δυτικό τοίχο να αποτελεί το χαρακτηριστικότερο σημείο της Αγοράς, του Κάτω Παζαριού.
Η Βιβλιοθήκη του Αδριανού, γνωστή και με τα ονόματα «Αδριάνειον» ή «Στοά του Αδριανού», ήταν σχεδιασμένη ως τόπος γνώσης και διδασκαλίας, με ειδικούς χώρους για τη φύλαξη παπύρων και βιβλίων, αίθουσες ανάγνωσης, αμφιθέατρα συζητήσεων και διαλέξεων, ενσαρκώνοντας τον χαρακτήρα της πόλης ως κέντρου παιδείας.
Η πρώτη μεγάλη τομή στην ιστορία της έρχεται το 267 μ.Χ., όταν η επιδρομή των Ερούλων καταστρέφει μεγάλο μέρος του συγκροτήματος και στη συνέχεια αυτό ενσωματώνεται στο υστερορωμαϊκό τείχος, αποκτώντας και αμυντικό χαρακτήρα, ενώ τμήματα αυτής επισκευάζονται από τον Ρωμαίο έπαρχο Ερκούλιο το 412 μ.Χ.

Τον 5ο αιώνα, ο χώρος μετασχηματίζεται εκ νέου. Στο κέντρο της αυλής, στον χώρο του αλλοτινού διακοσμητικού αναβρυτηρίου, ανεγείρεται από την Αθηναΐδα-Ευδοκία (σύζυγο του Θεοδοσίου Β΄) ένας μεγαλοπρεπής μαρμάρινος ναός, το Τετράκογχο – ένα κτίριο με κεντρική τετράγωνη αίθουσα και κόγχες στις τέσσερις πλευρές – αφιερωμένο στην Παναγία και συνδεδεμένο με την πρώτη χριστιανική μητρόπολη της πόλης. Θεωρείται δε, ένα από τα λαμπρότερα μνημεία της παλαιοχριστιανικής Ελλάδας.
Το οικοδόμημα αυτό καταστρέφεται γύρω στο 580 μ.Χ. από τους Αβαροσλάβους και στη θέση του ανεγείρονται διαδοχικά χριστιανικοί ναοί: Αρχικά μια τρίκλιτη βασιλική, γνωστή ως Μεγάλη Παναγιά, η οποία καταστρέφεται από φωτιά τον 11ο αιώνα, και στη συνέχεια μια μικρότερη μονόκλιτη εκκλησία με μικρό τρούλο αθηναϊκού τύπου.
Ωστόσο, οι περιπέτειες της εκκλησίας αυτής, της αρχαιότερης της πόλης, δεν σταματούν εκεί. Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς το επίπεδο του εδάφους ανυψώνεται από τα νεότερα κτίσματα που την περιβάλλουν, αρχίζει να μοιάζει σαν να βυθίζεται, αποκτώντας το προσωνύμιο «βυθισμένη Παναγιά», αφού μετά την απελευθέρωση μόνο ο τρούλος και η βάση της διακρίνονταν πάνω από την επιφάνεια της γης.
Ο κύκλος ζωής της κλείνει οριστικά με τη μεγάλη πυρκαγιά της 9ης Αυγούστου 1884, η οποία καταστρέφει ολοσχερώς την αγορά και τα κτίσματα που είχαν αναπτυχθεί στον χώρο της Βιβλιοθήκης. Μετά την καταστροφή αυτή, ξεκινούν οι ανασκαφές που αποκαλύπτουν εκ νέου το αρχαίο μνημείο, οδηγώντας στη σημερινή του μορφή.
Σήμερα, ο επισκέπτης μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στα χαλάσματα του Τετράκογχου το εντυπωσιακό ψηφιδωτό δάπεδο, καθώς και τους σωζόμενους κίονες.

Η Μεγάλη Παναγιά δεν ήταν η μόνη χριστιανική παρουσία στον χώρο. Ήταν, άλλωστε, συνηθισμένο να ανεγείρονται ναοί πάνω ή δίπλα σε αρχαία μνημεία, σε μια προσπάθεια «εξαγνισμού» από την ειδωλολατρία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μικρός βυζαντινός ναός των Ταξιαρχών, γνωστός ως «Ασώματοι στα Σκαλία» ή «Στα Παλαιά», που κτίστηκε το 1295 και ακουμπούσε πάνω στο βόρειο τμήμα της δυτικής κιονοστοιχίας της Βιβλιοθήκης (επί της σημερινής οδού Άρεως) και ανήκε στην οικογένεια Χαλκοκονδύλη, η οποία τον επισκεύασε το 1577. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, μετά την κατεδάφιση του ναού το 1849, βρέθηκαν στο εσωτερικό του οικογενειακοί τους τάφοι.
Σήμερα σώζονται μόνο λίγα λείψανα τοιχογραφιών πάνω στον ρωμαϊκό τοίχο. Ωστόσο, το εκκλησάκι αυτό, και ιδιαίτερα ένας από τους κίονες του δυτικού προπύλου, η «μπαλωμένη κολώνα», όπως την αποκαλούσαν, αποτέλεσε για αιώνες σημείο αναγνώρισης για τη γνησιότητα των Αθηναίων, ιδιαίτερα μετά την ομαδική φυγή τους το 1688, κατά τη διάρκεια του βενετο-τουρκικού πολέμου, όταν η πόλη ερημώθηκε προσωρινά και οι κάτοικοί της διασκορπίστηκαν.

Ανατολικά της Βιβλιοθήκης, πάνω σε έναν πύργο, τοποθετήθηκε το 1814 ένα κρουστικό ρολόι, δωρεά του λόρδου Έλγιν προς τους Αθηναίους. Έφερε επιγραφή στα λατινικά που σήμαινε «Θωμάς, Κόμης του Έλγιν, στους Αθηναίους εδώρισε ωρολόγιον και οι Αθηναίοι πολίτες το έστησαν το 1814». Ο πύργος με τα τέσσερα ρολόγια, ένα σε κάθε πλευρά, έγινε σημείο αναφοράς της αγοράς, με βάση το οποίο οι κάτοικοι ρύθμιζαν τον χρόνο τους. Γύρω του συγκεντρώνονταν συχνά παιδιά του δρόμου, οι λεγόμενοι «μάγκες του ρολογιού», των οποίων η παρουσία στάθηκε αφορμή για την ίδρυση της «Σχολής Απόρων Παίδων του Παρνασσού». Στα οθωνικά χρόνια, ο πύργος χρησιμοποιήθηκε προσωρινά και ως φυλακή, ενώ οι δείκτες του σταμάτησαν οριστικά με τη φωτιά του 1884. Σήμερα, τμήματα του μηχανισμού του και η επιγραφή του φυλάσσονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Στη νοτιοδυτική πλευρά της Βιβλιοθήκης βρισκόταν το παλάτι (σεράι) του βάναυσου Βοεβόδα της Αθήνας, Χατζή Αλή Χασεκή, ιδιοκτησία της οικογένειας των Μπενιζέλων, και ήταν το ψηλότερο κτίσμα της πόλης. Στα χρόνια του Όθωνα, πάνω στα ερείπια του Βοεβοδάτου οικοδομήθηκε ο στρατώνας των βαυαρικών δυνάμεων, που έμεινε ζωντανός στη λαϊκή μνήμη και στο τραγούδι: «στο Μοναστηράκι / Βαυαροί χωροφυλάκοι / μες στην αντηλιά / χορεύουν μπρος στον βασιλιά / συρτάκι».

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, ο στρατώνας του 1835 μετατρέπεται σε ποινικές φυλακές με το όνομα «Παλιά Στρατώνα», οι οποίες “πρωταγωνίστηκαν” σε ανέκδοτα, τραγούδια και νούμερα στις επιθεωρήσεις της εποχής, λόγω των άθλιων συνθηκών που επικρατούσαν εκεί. Το κτίριο κατεδαφίστηκε το 1932 και οι φυλακισμένοι μεταφέρθηκαν στις νεόδμητες φυλακές Αβέρωφ.
Μέσα από όλες αυτές τις διαδοχικές φάσεις, είναι βέβαιο πως η Βιβλιοθήκη του Αδριανού υπερβαίνει τον ρόλο ενός απλού αρχαίου μνημείου, λειτουργώντας ως τόπος όπου η ίδια η πόλη αφηγείται την ιστορία της. Κάθε στρώμα της -ρωμαϊκό, βυζαντινό, οθωμανικό, νεότερο – παραμένει παρόν, υπενθυμίζοντας πως η μνήμη δεν χάνεται, αλλά μετασχηματίζεται μέσα στον χρόνο. Και αυτή είναι η μαγεία της Αθήνας
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Γιοχάλας Θανάσης, Καφετζάκη Τόνια. ΑΘΗΝΑ. Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία. Εκδ. Βιβλιοπωλείον της “ΕΣΤΙΑΣ”, Αθήνα, 2013.
2. Σκουμπουρδή Αρτεμις. ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ – ΠΛΑΚΑ. Οι γειτονιές των θεών. Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα, 2016.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
Οι φωτογραφίες Νο. 1, Νο 2 είναι από τη σελίδα: https://ancientathens3d.com/el/library-hadrian/
Η φωτογραφία Νο. 3 είναι από τη σελίδα: https://ancientathens3d.com/el/librarytetraconch/
Η φωτογραφία Νο. 9 είναι από το site του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου https://nhmuseum.gr/tmimata/mesa-stis-sylloges-tou-mouseiou/item/1074-lord-elgins turminathenopurgostouelginstinathinaydatografiasechartitouludwigk%C3%B6llnbergerper1838antigrafo
Η φωτογραφία Νο. 10 είναι από τη σελίδα του fb. “H AΘΗΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ” https://www.facebook.com/photo?fbid=884198968259132&set=a.356340077711693.91309.149801415032228
Η φωτογραφία No. 11 είναι από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ
