Ο Νικόλας γεννήθηκε με το ένα πόδι λίγο πιο κοντό από το άλλο. Από νωρίς, η ζωή του έδειξε ότι δεν θα είναι μια πορεία “ίσια” όπως των άλλων παιδιών. Θα ήταν μια διαφορετική, πιο αργή σε κάποια σημεία, πιο απαιτητική σε άλλα — αλλά δική του. Τα πρώτα του χρόνια δεν τα θυμόταν με εικόνες από παιχνίδια και ανεμελιά, αλλά από νοσοκομεία. Διαδρόμους με λευκούς τοίχους, ήχους από βήματα γιατρών, και εκείνη τη χαρακτηριστική σιωπή πριν από κάθε εξέταση.
Η μητέρα του πάντα δίπλα του, σταθερή σαν άγκυρα. «Δεν είσαι εδώ γιατί κάτι σου λείπει», του έλεγε. «Είσαι εδώ γιατί κάτι χτίζεται μέσα σου».
Ο Νικόλας την άκουγε σιωπηλός και σκεπτικός. Κάποιες φορές απλώς έκλεινε τα μάτια, αλλά πάντα ένιωθε ένα βάρος που καθόταν στο στήθος του και που δεν ήξερε πώς να το ονομάσει… κάτι σαν απελπισία, ανακατεμένη με αδικία… Γιατί να έπρεπε να ζει όλα αυτά, ενώ τα άλλα παιδιά έπαιζαν ξένοιαστα στις γειτονιές, αναρωτιόταν. Ώσπου μια μέρα, ένας από τους γιατρούς του, ο πιο νέος εκπαιδευόμενος, του έδωσε ένα βιβλίο. Μικρό, απλό στην όψη, και ο τίτλος του με μεγάλα γράμματα: «Ο Μικρός Πρίγκιπας».
«Δεν θα σου αλλάξει την πραγματικότητα», του είπε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο ο νεαρός γιατρός. «Μπορεί όμως να σου αλλάξει τον τρόπο που τη βλέπεις».
Ο Νικόλας το πήρε χωρίς πολλά λόγια και χωρίς πολλή ελπίδα. Όμως αργότερα, εκείνο το ίδιο βράδυ το άνοιξε. Και κάπου εκεί, μέσα στις σελίδες του Σαιντ-Εξυπερύ, ανακάλυψε κάτι που δεν περίμενε: Μια ήρεμη φωνή που δεν του έλεγε «γίνε καλύτερος», αλλά «κοίτα διαφορετικά».
«Μόνο με την καρδιά βλέπεις σωστά», διάβασε σε κάποιο σημείο του μικρού του βιβλίου. Και χωρίς να το καταλάβει, έμεινε λίγο παραπάνω σε αυτή τη φράση. Όχι για να την ερμηνεύσει — αλλά για να τη νιώσει.
Από εκείνη τη μέρα, το βιβλίο του Νικόλα έγινε ο δικός του σταθερός τόπος επιστροφής. Όταν ο πόνος τον δυσκόλευε, το άνοιγε τυχαία σε κάποια σελίδα και ενώ δεν του έδινε απαντήσεις, κάθε φορά του άλλαζε τις ερωτήσεις!
«Γιατί εγώ; Γιατί όλος αυτός ο δύσκολος δρόμος σε μένα;» ρώτησε με παράπονο τη μητέρα του, μετά από μια τρίμηνη περίοδο θεραπείας σε ειδικά μηχανήματα, που το αποτέλεσμά της έδειξε πως θα χρειαζόταν ακόμα μια σειρά από οδυνηρές συνεδρίες.
Εκείνη δεν βιάστηκε να απαντήσει. Κάθισε δίπλα του, και κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια του είπε: «Ίσως δεν είναι το «γιατί σε σένα. Ίσως είναι το «πώς εσύ θα τον περπατήσεις, αυτόν τον δικό σου δρόμο».
Σ’ αυτό το άκουσμα, ο Νικόλας σκέφτηκε τον Μικρό Πρίγκιπα και την αλεπού που του μιλούσε για τη σημασία της σχέσης, της φροντίδας, της σύνδεσης. Γιατί κάπως έτσι ένιωθε κι εκείνος: Ότι οι δυσκολίες δεν ήταν μόνο βάρος, ήταν σύνδεση με κάτι βαθύτερο μέσα του, κι αυτό τον έκανε διαφορετικό από τα άλλα παιδιά!
Τα χρόνια πέρασαν, οι θεραπείες λειτούργησαν και το σώμα του βρήκε έναν δικό του ρυθμό — όχι «τέλειο», αλλά απόλυτα ζωντανό, και απόλυτα δικό του! Ο Νικόλας σπούδασε ψυχολογία και τεχνολογία και αποφάσισε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα, γιατί μέσα του ένιωθε πως όλοι οι νέοι είχαν ανάγκη να ανακαλύψουν κι εκείνοι τη δική τους εσωτερική σύνδεση, όπως εκείνου του έδειξε ο Μικρός Πρίγκηπας!
Έχοντας βρει τον σκοπό της ζωής του, ο Νικόλας διέπρεψε ως φοιτητής, αρίστευσε στα μεταπτυχιακά του και την ημέρα της αποφοίτησής του, η μητέρα και οι καθηγητές του τον καμάρωναν στη σκηνή όταν παρέλαβε το πρώτο τιμητικό βραβείο, καθώς είχε τον μεγαλύτερο βαθμό σε όλο το Πανεπιστήμιο!
«Ο δρόμος μου είναι αυτός που με έμαθε να περπατώ» ήταν τα λόγια του μετά τις ευχαριστίες προς τους γονείς, τους γιατρούς, τους καθηγητές του! Και με μάτια που έλαμπαν, έβγαλε από την τσέπη του εκείνο το μικρό βιβλίο και το έδειξε σε όλους: «Όλες τις απαντήσεις τις βρήκα μέσα μου, γιατί σ’ αυτό το σοφό βιβλίο, πάντα ανακάλυπτα τις σωστές ερωτήσεις!»
Σαν νεαρός καθηγητής, οι φοιτητές του τον λάτρευαν και δεν χόρταιναν να ακούνε τις αφηγήσεις του, που πάντα κατέληγαν σε κάτι σοφό: «Η ανθεκτικότητα δεν είναι να αντέχεις περισσότερο», τους έλεγε. «Είναι να βρίσκεις νόημα σε αυτό που σε δυσκολεύει, χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου». Και πάντα, κάπου μέσα στη τσάντα του, υπήρχε εκείνο το μικρό βιβλίο. Φθαρμένο, με άπειρες σημειώσεις στα περιθώρια, αλλά με μοναδική αξία.
Αργότερα, όταν πια είχε χτίσει μια σπουδαία ακαδημαϊκή και επαγγελματική πορεία, αποφάσισε να γράψει το δικό του βιβλίο, όχι για να περιγράψει την εκ γενετής «αναπηρία» του, αλλά για τη διαδρομή του ανθρώπου όταν μαθαίνει να βλέπει τη ζωή από διαφορετικές οπτικές. Το βιβλίο του είχε τίτλο «Ο Δρόμος που Έμαθε να σε Περπατά», και στην πρώτη μεγάλη παρουσίασή του, ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε:
«Νικόλα πώς κατάφερες να φτάσεις έως εδώ;»
Ο Νικόλας σηκώθηκε, και του χαμογέλασε. «Δεν έφτασα «παρά τις δυσκολίες», του απάντησε. «Έφτασα μαζί τους».
Και στο δευτερόλεπτο, ήρθε στο μυαλό του η εικόνα με τον Μικρό Πρίγκιπα που κοιτούσε τα αστέρια και προσπαθούσε να καταλάβει τι σημαίνει «σπίτι». Για τον Νικόλα, «σπίτι» είχε γίνει εκείνη η εσωτερική «φωνή-πηγή» που του ψιθύριζε ότι μπορεί να συνεχίσει, ακόμα κι όταν δεν ήταν εύκολο!


