Υπάρχουν λέξεις που τις κληρονομούμε πριν ακόμη μάθουμε να μιλάμε. Μας συντροφεύουν σε όλη μας τη ζωή και χωρίς να το καταλαβαίνουμε μας ενώνουν με όσους προηγήθηκαν και με όσους θα έρθουν. Η ελληνική γλώσσα είναι μία από αυτές.
Υπάρχουν ημέρες που δεν καθιερώνονται για να τιμήσουν κάτι ακίνητο, αλλά για να θυμήσου κάτι που επιμένει να ζει.
Η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, εορτάζεται κάθε χρόνο στις 9 Φεβρουαρίου, ημέρα θανάτου του Διονυσίου Σολωμού (1798-1957) εθνικού ποιητή της Ελλάδας.
Η παγκόσμια ημέρα θεσμοθετήθηκε το 2017 με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Εξωτερικών και Παιδείας της Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της 43ης Γενικής Συνόδου της Ουνέσκο, τον Νοέμβριο του 2025, στη Σαμαρκάνδη του Ουζμπεκιστάν, ανακηρύχθηκε επισήμως η καθιέρωση και διεθνώς της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής γλώσσας.
Η παγκόσμια αυτή ημέρα, δεν είναι απλά μια γιορτή αυτάρκειας. Είναι μια ήσυχη πρόσκληση μνήμης συνέχειας και ευθύνης.
Απευθύνεται σε όσους μεγάλωσαν μέσα στη γλώσσα αυτή, σε όσους τη γνώρισαν αργότερα και κυρίως σε εκείνους που θα την παραλάβουν από εμάς.
Χωρίς να μειώνει τη σημερινή εποχή, χωρίς νοσταλγία που ακυρώνει το παρόν, με σεβασμό στη διαδρομή και πίστη στη συνέχεια η ελληνική γλώσσα δεν έζησε ποτέ περιορισμένη σε σύνορα.
Υπήρξε, σε κρίσιμες στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας, γλώσσα του κόσμου.
Στην αρχαιότητα, έγινε το όχημα της φιλοσοφίας και της πολιτικής σκέψης. Μέσα από αυτή διατυπώθηκαν έννοιες που ακόμη στηρίζουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τον άνθρωπο και την κοινωνία: Δημοκρατία, ελευθερία, λόγος, ήθος.
Δεν ήταν απλώς οι λέξεις, ήταν τρόποι κατανόησης της ζωής.
Την ελληνιστική εποχή, η κοινή ελληνική έγινε γλώσσα επικοινωνίας λαών και πολιτισμών.
Ομιλείται επί 40 αιώνες αδιάκοπα!
Από την Ανατολή ως την Αίγυπτο, μέσα από αυτή μεταδόθηκαν η γνώση, το εμπόριο, η επιστήμη.
Δεν επιβλήθηκε αλλά υιοθετήθηκε.
Υπήρξε το όχημα που ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Αισχύλος, ο Ευρυπίδης και τόσοι άλλοι μετέφεραν μέχρι σήμερα τις αρχές και τις αξίες του πολιτισμού μας.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η ελληνική γλώσσα επιλέχθηκε για να γραφτούν τα Ευαγγέλια κι αυτό γιατί διαπίστωσαν οι σοφοί και ειδικοί της εποχής ότι ήταν γλώσσα, που μπορούσε να χωρέσει το υπαρξιακό βάθος, την αγωνία, την ελπίδα και την αγάπη.
Έτσι έγινε γλώσσα της πίστης και της θεολογικής σκέψεις επί αιώνες.
Στο Βυζάντιο, υπήρξε η ραχοκοκαλιά της παιδείας, της διοίκησης και της γραμματείας.
Και αργότερα στην Ευρώπη της αναγέννησης, τα ελληνικά κείμενα, που είχαν σωθεί χάρη στη συνεχή χρήση της γλώσσας, έγιναν πηγή αναγέννησης της δυτικής σκέψης.
Στα πανεπιστήμια, στις επιστήμες, στην ιατρική, στη φιλοσοφία η ελληνική γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ παρελθόν. Παρέμεινε και παραμένει εργαλείο κατανόησης του κόσμου.
Μην ξεχνάμε ότι η ελληνική γλώσσα γνώρισε κινδύνους. Πραγματικούς. Χωρίς κράτος, χωρίς θεσμούς σε εποχές σκλαβιάς και φτώχειας θα μπορούσε να είχε χαθεί. Και όμως σώθηκε μέσα από την καθημερινή ζωή. Μέσα από τα δημοτικά τραγούδια μέσα από την εκκλησία, μέσα από το στόμα της μάνας το παραμύθι, το νανούρισμα.
Σώθηκε για μιλιόταν, όχι γιατί φυλασσόταν.
Αργότερα κινδύνευσε αλλιώς: Από τη σύγκρουση συμφερόντων και από τη διάσπαση καθαρεύουσας και δημοτικής. Κι όμως μέσα από αυτή τη δοκιμασία, η γλώσσα βρήκε ξανά τη φυσική της ροή. Δεν σώθηκε επειδή ήταν αμετάβλητη. Σώθηκε επειδή ήταν ζωντανή.
Κατά καιρούς έγινε προσπάθεια να ενισχυθεί θεσμικά η παρουσία της ελληνικής γλώσσας στους διεθνείς οργανισμούς. Όμως η ουσία προϋπήρχε των αποφάσεων.
Η ελληνική γλώσσα, σήμερα, υπάρχει μέσα στον κόσμο, στις επιστήμες, στις τέχνες, στην οικονομία, στη σκέψη.
Να θυμίσω, ότι στις 26 Σεπτεμβρίου 1957, ο καθηγητής και αργότερα πρωθυπουργός της χώρας Ξενοφών Ζολώτας εκφώνησε μία ομιλία στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, του οποίου όλες οι λέξεις είχαν ρίζες από την αρχαία ελληνική γλώσσα, αναδεικνύοντας την αξία της και τη συμβολή της στον ελληνικό πολιτισμό κι ότι δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα.
Έχει ήδη μιλήσει.
Σήμερα η γλώσσα δοκιμάζεται ξανά. Όχι από κατακτητές, αλλά από την ταχύτητα. Η ψηφιακή επικοινωνία ευνοεί τη συντομία, την πρόχειρη έκφραση, την εύκολη αντικατάσταση λέξεων από σύμβολα και ξένους όρους.
Όταν η γλώσσα φτωχαίνει, φτωχαίνει και η σκέψη. Και αυτό αφορά όλους μας. Αλλά κυρίως τους νέους που μεγαλώνουν μέσα σε έναν κόσμο γρήγορο, θορυβώδη, απαιτητικό.
Η ελληνική γλώσσα ζητά από τους νέους:
Να τη χρησιμοποιούν για να πουν όσα τους βαραίνουν, όσα φοβούνται, όσα αγαπούν.
Να μη φοβηθούν τις νέες μορφές, αλλά να μη χάσουν το νόημά της.
Να θυμούνται πως κάθε λέξη έχει ρίζες και οι ρίζες στηρίζουν.
Να γνωρίσουν ότι η ελληνική γλώσσα δεν ζητά προστασία από φόβο. Ζητά παρουσία. Να την χρησιμοποιούμε με ελευθερία, αλλά και με επίγνωση.
Να μη φοβούνται την τεχνολογία αλλά να μην αφήσουν την τεχνολογία να αποφασίζει πώς θα μιλούν και πώς θα σκέφτονται και να μην ξεχνούν ότι κάθε λέξη που επιλέγουν κουβαλά μια ιστορία και κάθε ιστορία αξίζει να ειπωθεί ολόκληρη.
Να θυμούνται ότι η γλώσσα αυτή πέρασε πολέμους, αυτοκρατορίες, σιωπές και αναγεννήσεις. Αν συνεχίσει να ζει, θα είναι γιατί θα τη μιλούν με αλήθεια και ελευθερία και όχι από υποχρέωση.
Και αυτό γιατί πιστεύω ότι τα σύγχρονα ψηφιακά μοντέλα επικοινωνίας μάς διευκολύνουν, αλλά συχνά μας απομακρύνουν από την ουσία, δηλαδή από τη δυνατότητα να αρθρώνουμε σκέψη, συναίσθημα, εσωτερικό διάλογο.
Δεν φοβάμαι τις λέξεις ούτε τις νέες μορφές έκφρασης. Φοβάμαι τη σιωπηλή φτώχεια που έρχεται όταν παραιτούμαστε από την προσπάθεια να πούμε αυτό που πραγματικά νιώθουμε. Όταν η γλώσσα γίνεται απλώς εργαλείο ταχύτητας και όχι χώρος συνάντησης.
Η γλώσσα αυτή έφτασε ως εδώ επειδή πέρασε από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Αν συνεχίσει να ζει, θα είναι γιατί οι νεότεροι θα την κάνουν δική τους, χωρίς να την ακρωτηριάζουν και χωρίς να την μικραίνουν. Η ελληνική γλώσσα θα συνεχίσει να υπάρχει όσο παραμένει χώρος σκέψης και όχι απλώς μέσο επικοινωνίας.



