Και στα 50 και στα 60…

Είναι σχεδόν εξήντα χρονών. Μπορεί και παραπάνω. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο σπίτι της και διαβάζει. Διαβάζει και γράφει, γράφει και διαβάζει. Αυτή ήταν η ζωή της μέχρι τώρα και αυτή εξακολουθεί να είναι στα εξήντα της χρόνια. Κάθε τόσο αναπολεί το παρελθόν. Τις χαρές και τις λύπες που πέρασε, τις λαχτάρες, τις εξάρσεις, τις ταραχές, τα όνειρά της, την ματαίωσή τους, τις απογοητεύσεις της. 

Σκέφτεται να γράψει μια ιστορία, την ιστορία που έζησε στα νεανικά της χρόνια. Θέλει να καταγράψει με ακρίβεια τι συνέβαινε μέσα της τότε… Να χαρτογραφήσει τα προσωπικά της συναισθήματα, όπως τα ένιωσε και να εκφράσει τις εσωτερικές της διαδρομές.  Να μετατρέψει τον εαυτό της και τον «άλλο» σε πεδίο ψυχολογικής παρατήρησης. Να περιγράψει τον δυνατό έρωτα που ένιωσε στα είκοσι της χρόνια και που κουβαλάει μέσα της εδώ και σαράντα χρόνια. 

Απλώνει το χέρι της και πιάνει μια στοίβα χαρτιά. Είναι έγγραφα που της έχουν αποσταλεί και δεν τα έχει πετάξει. Τα φυλάει για να κρατάει σημειώσεις στο πίσω μέρος. Τα έγγραφα φέρουν τις ημερομηνίες 1950, 1952, 1954. Εκείνη γεννήθηκε το 1896, άρα τη στιγμή που γράφει τις πρώτες γραμμές είναι τουλάχιστον 58 χρονών. 

Γυρίζει τα χαρτιά από την καθαρή πλευρά και αρχίζει να γράφει. Ξεκινάει με την φράση «Πάνε κάμποσα χρόνια τώρα από το Απριλιάτικο εκείνο μεσημέρι…»  

Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι δύο: η Ειρήνη, η νεαρή φοιτήτρια και ο Ξάνθος, ο συγγραφέας που ήρθε από την Ελλάδα για να περάσει ένα χρονικό διάστημα στην Ελβετία. 

Τα ονόματα τους είναι επινοημένα, αλλά τα πρόσωπα είναι γνωστά. Η Ειρήνη είναι η εξηντάχρονη γυναίκα και ο Ξάνθος ο μεγάλος της έρωτας. Η εξιστόρηση θα κινηθεί σε συγκεκριμένο μέρος, στην Ελβετία και σε συγκεκριμένο χρόνο, την άνοιξη του 1918. Η πρώτη σκηνή τοποθετείται στον σιδηροδρομικό σταθμό του Λουγκάνο. 

Η Ειρήνη τρέχει να προφτάσει την άφιξη του τραίνου με το οποίο έρχεται ο Ξάνθος. Είναι ευτυχισμένη και «περπατώντας τραγουδούσε» διότι ο ερχομός του της δίνει μεγάλη χαρά. Δεν τολμά να την εκφράσει με διαχύσεις καθώς έρχεται αντιμέτωπη με την συγκρατημένη και σοβαρή στάση του Ξάνθου. Η οικειότητα αποκαθίσταται όταν απομακρύνονται από το σταθμό^ ο Ξάνθος «..πότε την έπιανε μπράτσo, πότε της κρατούσε το χέρι, κουνώντας το μπρος πίσω..» 

Η εξηντάχρονη γυναίκα, καταγράφοντας τα γεγονότα και τις σκέψεις της, γράφει εντέλει μια νουβέλα, ένα διήγημα. Η ιστορία της παρουσιάζει μια  ενδιαφέρουσα συγχώνευση του φανταστικού με το πραγματικό, με αναγνωρίσιμα στοιχεία. 

Η Ειρήνη παρουσιάζεται σαν μια έξυπνη και κεφάτη κοπέλα, αυθόρμητη στις συναναστροφές, φιλική και άνετη με τους άντρες της παρέας, που την θαυμάζουν γι’ αυτά της τα χαρίσματα. Αιφνιδιάζει με την οξυδέρκεια του πνεύματός της, την τόλμη της και την χρήση της  γερμανικής γλώσσας. Είναι ελαφρά παραδοξολόγος και δεν παραλείπει να πει μια υπερβολή, προκειμένου να δώσει έμφαση στα λόγια της «..δε θα την έμελλε να πεθάνει, αν είχε γνωρίσει το Δία έστω και για λίγους μήνες». Η αγέρωχη παρουσία της, η ευθύτητα του χαρακτήρα της και το καθαρό της βλέμμα, είναι τα στοιχεία της προσωπικότητάς της που, κατά τη γνώμη της, ξύπνησαν στον Ξάνθο καταχωνιασμένα όνειρα αγάπης και αφοσίωσης. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι στην αφήγηση δεν υπάρχει αμφισβήτηση του εαυτού της ηρωίδας. Του ήρωα όμως;

Το πορτρέτο του Ξάνθου πλάθεται με ακρίβεια και ευστοχία από την Ειρήνη. Με την μαεστρία που την διακρίνει, αναδύονται σταδιακά τα  κρυμμένα μυστικά του, κάποιες ανασφάλειες και συναισθηματικές αβεβαιότητες. Παρουσιάζεται ως ένας οραματιστής, ασκητής – όχι πολύ γνήσιος – με ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες, με πικρίες από ανταγωνιστικές σχέσεις, από μια επαγγελματική αποτυχία και τις δυσκολίες του συζυγικού βίου. Ναι, ο Ξάνθος είναι παντρεμένος.     

Η Ειρήνη θαυμάζει τον Ξάνθο τον βρίσκει «τον ένα, τον μοναδικό κι ανεπανάληπτο» και, παρόλο που ανακαλύπτει περίεργα σημεία στη συμπεριφορά του, δεν σταματά σ’ αυτά. Προσπερνά μια λεκτική αγένεια, μια «μικρή, τσουχτερή, ευφυολογική προδοσία», χωρίς να της προσδίδει το βάρος που της αναλογεί, ή μια ανειλικρίνεια, μια απόκρυψη, όπως μια πρόσκληση σε δείπνο που ο Ξάνθος της είχε αποκρύψει.  

Η Ειρήνη θέτει δομικά ερωτήματα για την εμπλοκή και την σταδιακή προσαρμογή της στην περιπέτεια που ζει. Πιστεύει ότι ο Ξάνθος, στις βραδινές συναντήσεις τους, ήθελε να της προκαλέσει ερωτικό πόθο «..να λαγγέψουν τα καθαρά μάτια..» αλλιώς γιατί να της προσφέρει «το ζεστό ποτό (..) με ρούμι, ζεματιστό νερό και λεμόνι!». 

Κάθε τόσο επανέρχονται οι απορίες της και προσπαθεί να ερμηνεύσει τα αντιφατικά στοιχεία ανάμεσα σ’ αυτά που εκείνος λέει και σ’ αυτά που κάνει και να τα κατανοήσει. Για παράδειγμα όταν της λέει κολακευτικά λόγια κι εκείνη αμφιβάλλει για την γνησιότητά τους, ή λόγια που υπαινίσσονται μελλοντική προοπτική και την παρασύρουν ώστε να κάνει σχέδια για το μέλλον, ή λόγια που φανερώνουν μια απόσταση. 

Η Ειρήνη προσπαθεί επίσης να εξηγήσει και τη δική της στάση και αναρωτιέται αν πράγματι θα την βοηθούσαν οι θεωρίες του Φρόϋντ, τις οποίες εκείνη είχε αμφισβητήσει. Νιώθει ότι ο Ξάνθος έχει πάνω της ισχυρή επιβολή, πράγμα που την ευχαριστεί καθώς «μπορούσε να κάνει γι’ αυτόν τα πάντα: να δουλέψει για να τον συντηρήσει, να τον διαφεντέψει ενάντια σε κάθε διωγμό, να τον βοηθήσει στο έργο του

 Όταν ενοχλείται από την συμπεριφορά του, αναρωτιέται τι θα σήμαινε γι’ αυτήν η απομάκρυνση της «..κι αν τραβιόταν τώρα από κοντά του, πώς θα βαστούσε να ξαναπέσει στις ανόητες συντροφιές των Ελλήνων και ξένων συμφοιτητών της, (..) στις σάχλες των σχεδόν μεσόκοπων σχολαστικών καθηγητών». Δεν χρειάστηκε να το σκεφθεί δυο φορές και επικυρώνει στον Ξάνθο την υποταγή της «Θα ήθελα να γίνω αυτό που νομίζετε, δηλαδή που λέγατε πριν…». 

Από τη στιγμή αυτή ο Ξάνθος, επιβεβαιωμένος, την βλέπει καθημερινά. Συναντιούνται σε καφενεία, κάνουν περιπάτους στη λίμνη και στην εξοχή. Έτσι φθάνει η μεγάλη στιγμή. Η Ειρήνη αποφασίζει «να κάνει το παρασύμβατο βήμα, να φύγει μόνη για ένα μήνα με τον συγγραφέα». Την απόφαση της επιδοκιμάζουν οι φίλοι της που «συσπειρώθηκαν όλοι γύρω της γελώντας και συγχαίροντας την και ήταν, σαν μόνον αυτοί να την καταλάβαιναν».     

Ο Ξάνθος και η Ειρήνη ταξιδεύουν προς νότο, στα σύνορα με την Ιταλία, για να περιηγηθούν την περιοχή. Οι μέρες περνούν ιδιαίτερα ευχάριστα και για τους δύο. Ο Ξάνθος εκφράζει την ικανοποίησή του. «..θαρρώ πως τούτη η ζωή πλησιάζει την τελειότητα όσο το δίνεται ο άνθρωπος να τη φτάσει· με τη δουλειά μου στα δεξιά και σένα στα ζερβά μου, μπορώ να πάω ως την άκρη του κόσμου». Αλλά και η Ειρήνη πλέει σε πελάγη ευτυχίας· είναι ερωτευμένη, χαίρεται «την πρωτόφανη, δροσερή ως της φαινόταν πηγή». Φθάνει η στιγμή που ο Ξάνθος της ομολογεί ότι την ποθεί και ότι νιώθει άβολα γιατί δεν «βρίσκει η ταραχή αυτή τη φυσική της πλήρωση». Η Ειρήνη δεν έχει ηθικές αναστολές «Αν η ερωτική πράξη μαζί της του ήταν επιθυμητή, γιατί να του τη στερήσει;..» (…) «τι ήταν το κορμί αφού του είχε χαρίσει την ψυχή της;». Έχει όμως συναισθηματικές αναστολές, καθώς «..την είχε περιμένει τη στιγμή τούτη· αλλά όχι έτσι. (..) Ήταν κάτι το κρύο, το υπολογισμένο…».Η νουβέλα έχει προχωρήσει πολύ. Σε λίγο φτάνει στο τέλος της. Ο τίτλος της είναι  «Καπνός ήταν..»

Η ιστορία, που έγραψε η εξηντάχρονη γυναίκα, είναι οι στιγμές που έζησε στα είκοσι της χρόνια και άλλες που φαντασιώθηκε σε ονειρικές παραισθήσεις ή σε νυχτερινούς εφιάλτες, ανιχνεύοντας το εσωτερικό οικοδόμημα της προσωπικότητάς της και του «συγγραφέα» που ήταν και παρέμεινε παρών σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. 

Η ζωή είναι μια ιστορία. Η συγγραφή μιας ιστορίας αγάπης είναι πράξη ανακάλυψης του εαυτού και του άλλου και το διήγημα «Καπνός ήταν..» είναι η ιστορία της γνωριμίας και της ερωτικής σχέσης δύο ιδιαίτερων ανθρώπων, του Νίκου Καζαντζάκη και της Έλλης Λαμπρίδη.

(Αποσπάσματα από την Εισαγωγή μου στο βιβλίο «Καπνός ήταν…»).

Παρόμοια άρθρα

NEWSLETTER

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

Πρόσφατα άρθρα

18/05/2024

Γιορτάζοντας την περασμένη Κυριακή τη Μητέρα, είδα την ανάρτηση της (πολύ) φίλης, Καρολίνας Μέρμηγκα, η οποία για κάποιο λόγο εντυπώθηκε στην καρδιά μου: «γιορτάζει και η μη-μητέρα.

18/05/2024

Από τις πολλές και μεγάλες μετακομίσεις που έχω κάνει στη ζωή μου ως τώρα, κρατώ ως τα πολυτιμότερα αποθηκευμένα – και μηδέποτε προς απορρίμματα- κάποιες κούτες με χειρόγραφες αλληλογραφίες: με γονείς, με ξενιτεμένο αδελφό, με φιλενάδες, με συμμαθήτριες, με αγαπημένους. Και με παιδιά, από τις διάφορες κατασκηνώσεις τους, ή από το σπίτι, όταν εμείς οι γονείς λείπαμε σε κάποιο ταξίδι.

18/05/2024

Η Μόνη της Χώρας, χαρακτηρισμένο Μνημείο Παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO, είναι κτισμένη στον έκτο λόφο της Κωνσταντινούπολης νότια του Κερατίου κόλπου και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Σωτήρα Χριστό.

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα στο email σας, κάθε 15 ημέρες!

JUST A NUMBER

Εγραφείτε στο Newsletter μας