Μια μέρα που τα φώτα της πόλης σβήνουν – ή, έστω, χαμηλώνουν – είναι η «Ώρα της Γης». Μια παγκόσμια δράση που φέτος συμπληρώνει 20 χρόνια, καλώντας εκατομμύρια ανθρώπους, από μεγάλες μητροπόλεις μέχρι μικρές γειτονιές, να συμμετάσχουν σε μια συμβολική παύση. Μια υπενθύμιση ότι, ακόμη και μέσα στη διαρκή ένταση της καθημερινότητας, υπάρχει χώρος για μια συλλογική χειρονομία φροντίδας προς τον πλανήτη.



Πέρα όμως από αυτή την κίνηση, υπάρχουν στιγμές που το φως δεν σβήνει απότομα, αλλά χαμηλώνει. Δεν είναι σκοτάδι· είναι μια παύση. Μια μικρή υποχώρηση της έντασης, σαν να κάνει ο κόσμος λίγο χώρο για να φανεί τι υπάρχει από κάτω. Το ίδιο συμβαίνει και με όσα περισσεύουν γύρω μας. Δεν εξαφανίζονται απαραίτητα – απλώς απομακρύνονται αρκετά ώστε να δούμε τι μένει όταν δεν τα χρειαζόμαστε όλα.
Ζούμε μέσα σε μια διαρκή πληρότητα: Εικόνες, ήχοι, κινήσεις, υποχρεώσεις. Η πόλη της Αθήνας, όπως και κάθε πόλη, μοιάζει να λειτουργεί πάνω στην ιδέα ότι τίποτα δεν πρέπει να σταματά. Ότι το φως πρέπει να μένει ανοιχτό και ο θόρυβος παρών, σαν απόδειξη ζωής. Κι όμως, υπάρχει κάτι σχεδόν ανακουφιστικό στην ιδέα ότι όλα αυτά μπορούν, έστω και για λίγο, να μειωθούν.
Ίσως γιατί έχουμε ήδη βρεθεί, χωρίς να το επιλέξουμε, μέσα σε μια τέτοια στιγμή.



Υπήρξε μια περίοδος, πριν από έξι χρόνια, που η Αθήνα άδειασε. Όχι όπως αδειάζει τον Αύγουστο, ούτε όπως αδειάζει ένα βράδυ μετά τη βροχή ή μία μέρα με πολύ κρύο. Άδειασε αλλιώς, προσφέροντας πρωτόγνωρες εικόνες αλλά και πρωτόγνωρους ήχους στους κατοίκους της. Οι δρόμοι έμειναν ανοιχτοί, αλλά δεν οδηγούσαν πουθενά συγκεκριμένα, και το περπάτημα απέκτησε έναν παράξενο σκοπό: Να διανύσεις μια πόλη που, για πρώτη φορά, δεν βιαζόταν.
Περπατώντας τότε στους άδειους, καθαρούς δρόμους του κέντρου, είχαμε την αίσθηση ότι βρισκόμασταν σε ένα μεγάλο χωριό – και, ταυτόχρονα, ότι η πόλη μάς ανήκε όσο ποτέ άλλοτε. Συνειδητοποιούσαμε πόσο μικρές είναι τελικά κάποιες αποστάσεις, που υπό κανονικές συνθήκες μάς φαίνονται ατελείωτες και λόγος για να τεστάρουμε τα νεύρα μας.
Εκείνη την περίοδο, είδαμε την πόλη μας καθαρά – ίσως πιο καθαρά απ’ όσο της επιτρέπουμε συνήθως. Είχαμε την ευκαιρία να την κοιτάξουμε με άλλο μάτι, να σταθούμε, να παρατηρήσουμε κτίρια, γωνιές, μικρές λεπτομέρειες, όλα γυμνά από τον θόρυβο και την υπερπληροφόρηση της καθημερινότητας.



Και όμως, αυτή η αφαίρεση δεν έφερε ακριβώς ηρεμία. Παρά τα κελαηδίσματα των πουλιών που έσπαγαν τη σχεδόν εκκωφαντική σιωπή, παρά τις γάτες που περιφέρονταν ή λιαζόντουζαν ανενόχλητες σε γειτονιές όπως η Πλάκα, παρά τα ανθισμένα δέντρα – νερατζιές, κουτσουπιές, γλυσίνες – που προσπαθούσαν με την όμορφη και ευωδιαστή παρουσία τους να τραβήξουν την προσοχή μας, η εικόνα των κλειστών μαγαζιών και των άδειων δρόμων παρέμενε απόκοσμη. Τίποτα δεν θύμιζε τη ζωντανή, πολύβουη πρωτεύουσα.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο κοντινό που έχουμε βρεθεί σε μια πραγματική αφαίρεση. Όχι επειδή το επιλέξαμε, αλλά επειδή συνέβη. Για λίγο, έμειναν λιγότερα – και μέσα σε αυτά τα λιγότερα, η πόλη φάνηκε διαφορετική. Όχι απαραίτητα καλύτερη, αλλά πιο ευδιάκριτη.
Κι ίσως αυτές οι εικόνες, που θα μείνουν για καιρό χαραγμένες στη μνήμη μας, να μας έδωσαν και μια αφορμή να σκεφτούμε το κόστος που έχει πληρώσει η Αθήνα – όχι μόνο στον βωμό της προόδου και του εκσυγχρονισμού, αλλά και μέσα από τη φθορά, την αδιαφορία, τη συνεχή πίεση που δέχεται από εμάς τους ίδιους.
Αυτή, δεν είναι μια καινούργια σκέψη. Το είχε αποτυπώσει ήδη, με τον δικό του τρόπο, ο Σουρής, στα τέλη του 19ου αιώνα:
Απ’ την παλιά σου εποχή τίποτα δεν σου μένει
και κάθε μέρα κι από μία ανάμνησή σου σβήνει
οι πιο αρχαίοι σου κάτοικοι περνούνε πια για ξένοι
και θαύμα πως εσώθηκαν μέσα στα τόσα νέα
οι Άγιοι Θεόδωροι και η Καπνικαρέα.
Που είναι τα σπητόπουλα εις τον καθένα δρόμο;
που είναι πια το Ροδακιό; πού είναι το Γεράνι;
τα πρώτα Αθηναϊκά που είναι εν συντόμω;
που η ωραία η Ελλάς και πού το Συντριβάνι;
Μέσα στα όλα χάθηκε κι ο κλασικός Πλακιώτης
και ματαιότης, φίλοι μου,
τα πάντα ματαιότης.
Φαντάζομαι τον πληθυσμόν δεκαπλασιασμένον,
τον σύμπαντα ελληνισμόν εδώ συγκεντρωμένον,
και ούτε ένας κάτοικος εις την λοιπήν Ελλάδα.
Να μην υπάρχουν Θεσσαλοί, Κρήτες, Μυτιληναίοι,
και να γενούμε όλοι μας πολίται Αθηναίοι
Στις 28 Μαρτίου, που τα φώτα σβήνουν συμβολικά για μία ώρα (8:30–9:30 μ.μ.), η ιδέα του να αφήνουμε πίσω μας ό,τι περισσεύει επιστρέφει σαν υπενθύμιση. Ίσως, όμως, δεν χρειάζεται να εφεύρουμε από την αρχή τι σημαίνει «λιγότερα». Το έχουμε ήδη δει – όχι σαν ιδέα, αλλά σαν εμπειρία.


Το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε να επιστρέψουμε εκεί. Είναι αν μπορούμε να κρατήσουμε κάτι από εκείνη την αφαίρεση χωρίς να χρειαστεί να μας επιβληθεί ξανά. Αν μπορούμε να χαμηλώσουμε λίγο το φως χωρίς να φοβηθούμε το σκοτάδι· να αφήσουμε λίγο χώρο χωρίς να σπεύσουμε να τον γεμίσουμε.
Ίσως τελικά αυτό να είναι που μένει όταν φεύγουν τα πολλά: Όχι μια απάντηση, αλλά η δυνατότητα να δεις – έστω για λίγο – πιο καθαρά.



