Υπάρχει μια σκηνή στην Πολίτικη Κουζίνα που ο παππούς ανοίγει τα βαζάκια με τα μπαχαρικά και εξηγεί στον μικρό Φάνη πως ο κόσμος χωρίζεται σε αυτούς που μαγειρεύουν και σε αυτούς που τρώνε. Πως τα μπαχαρικά δεν είναι υλικά μαγειρικής αλλά αστρονομία, γεωγραφία, μνήμη.
Όταν είδα αυτή τη σκηνή, δεν σκέφτηκα τον Φάνη. Σκέφτηκα τη γιαγιά μου Ρεβέκα, τη δική της χαμένη πατρίδα στη Σαμψούντα, στην Ορντού… και τα υλικά της δικής της ζωής.
Εχω ακόμα στα αυτιά μου τη φωνή της να τραγουδά στα τούρκικα… πλέκοντας. Kουβερτάκια, ζιλέδες και πουλόβερ… σαν να έπλεκε τη ζωή της σε συνέχειες.
‘Eφτασαν το ‘22 στη Σεβαστή Κατερίνης με τα ρούχα που φορούσαν. Η γιαγιά μου ήταν μικρή, αλλά αρκετά μεγάλη για να θυμάται. Και αυτό είναι το πιο βαρύ πράγμα που μπορεί να κουβαλάς: Να θυμάσαι ένα σπίτι που δεν υπάρχει πια.
Δεν μίλαγε πολύ γι’ αυτό. Κανείς δεν μιλούσε. Δεν αφηγούνταν ιστορίες από κει, όμως κουβάλησαν μαζί τους έναν ανείπωτα όμορφο πολιτισμό. Το γλέντι. Τη χαρά. Τις μαζώξεις. Τα χειροτεχνήματα. Τα τραγούδια. Ό,τι δεν θα μπορούσε ποτέ να τους πάρει κανείς. Όλα τυλιγμένα στη νοσταλγία.
Ο παππούς μου ξενιτεύτηκε στη Βραζιλία με τα παιδιά του. Η μικρή αδερφή της μαμάς μου, η Καλλιόπη, ζει ακόμα εκεί. Από τα 90 χρόνια της τα 77 τα ’χει ζήσει στη Βραζιλία, και εκεί έχει πια δισέγγονα. Δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα, όμως ακόμα κρατά τη σημαία του Πόντου, και καμαρώνει για τον μαύρο βυζαντινό αετό της. Δεν κρατάει ύφασμα. Κρατάει χάρτη. Ένα “εδώ ήμασταν κάποτε” που ταξίδεψε από τη Σαμψούντα στην Κατερίνη και από εκεί στο Σάο Πάολο, και ακόμα δεν έχει σταματήσει να ταξιδεύει.
Η Πολίτικη Κουζίνα δεν είναι ταινία για τη μαγειρική. Είναι ταινία για ανθρώπους που κουβαλάνε τόπους μέσα τους. Ο Μπουλμέτης ήξερε πως η νοσταλγία δεν είναι συναίσθημα. Είναι αίσθηση. Μυρίζει. Καίει. Πικρίζει στη γλώσσα.
Και βλέποντας την ταινία, δεν μου ήρθε η νοσταλγία σαν γεύση. Μου ήρθε σαν ήχος. Σαν κίνηση χεριών πάνω σε βελόνες πλεξίματος. Σαν φωνή μακρινή που δεν μπορώ πια να θυμηθώ ακριβώς αλλά αναγνωρίζω αμέσως.
Η γιαγιά μου είχε ήδη “φύγει” όταν είδα την ταινία. Κι αυτό την έκανε πιο δύσκολη. Γιατί κάθε ταινία που βλέπεις μετά τον θάνατο κάποιου που αγαπάς γίνεται ένας καινούριος τρόπος να τον αποχαιρετήσεις. Ή μάλλον, ένας καινούριος τρόπος να καταλάβεις τι δεν πρόλαβες να τον ρωτήσεις. Τι κληρονομία δεν πρόλαβες να παραλάβεις.
Δεν τη ρώτησα ποτέ τι θυμόταν… Δεν τη ρώτησα πώς μύριζε το σπίτι που άφησε. Δεν τη ρώτησα πώς ήταν οι φωνές των πουλιών εκεί, τι χρώμα είχε ο ουρανός τα δειλινά, πώς ήταν η αυλή της όταν καθόταν τα απογεύματα.
Αυτό κάνουν οι ταινίες που σε μεγαλώνουν.
Δεν σου δίνουν απαντήσεις. Σου δίνουν τις ερωτήσεις που δεν ήξερες ότι κουβαλάς.

