Κάπου ανάμεσα στα χρόνια που περνούν και στα ρούχα που παραμένουν, σηματοδοτώντας χρονολογίες, συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον. Το στυλ σταματά να είναι αγώνας δρόμου και γίνεται στάση ζωής. (Παράδειγμα, δεν με απασχολεί πια τόσο το νούμερο του τζιν μου, όσο αν θα κάθομαι άνετα μέσα του αφού θα έχω φάει).
Ξέρω πια τι μου πάει – και, ίσως πιο σημαντικό, τι δεν μου πάει. Δεν δοκιμάζω τα πάντα. Διαλέγω. Μπορώ να φοράω ακόμη 12ποντα – αλλά μόνο όταν το θέλω. Και τα αθλητικά δεν είναι ήττα. Είναι επιλογή.
Δεν αγοράζω επειδή είναι «τάση». Αγοράζω επειδή κάτι μου μιλάει σε αυτό το ρούχο. Δεν ντύνομαι για να εντυπωσιάσω. Ντύνομαι για να είμαι ο εαυτός μου.
Έχω λιγότερα ρούχα, αλλά περισσότερα αγαπημένα. Λιγότερους κανόνες, αλλά πιο σωστό ένστικτο.
Δεν χρειάζομαι πια έγκριση από καθρέφτες του δοκιμαστηρίου. Ο καθρέφτης του σπιτιού μου αρκεί – και η επιδοκιμασία αυτών που η γνώμη τους μετράει για εμένα.
Ξέρω ότι ένα καλοραμμένο σακάκι μπορεί να με βοηθήσει σε μια δύσκολη συνάντηση. Γελοίο, θα αναφωνήσουν οι φεμινίστριες! Είναι θέμα τόνωσης αυτοπεποίθησης, κορίτσια, απαντώ. Και στο κάτω-κάτω, πιο οικονομικό από το να παίρνω αυτοπεποίθηση από το αυτοκίνητο που οδηγώ – βλ. άντρες.
Ξέρω ότι ένα καινούργιο κραγιόν αλλάζει τη διάθεση. Ότι ένα παλιό φόρεμα, φορεμένο αλλιώς, μπορεί να γίνει καινούργιο.
Κάτι ακόμα, που μου πήρε χρόνια να καταλάβω: Μαθαίνω να αγαπώ τις ατέλειες. Τις γραμμές, τις ασυμμετρίες, τις ιδιαιτερότητες – στο σώμα και στο στυλ.
Το ντύσιμο γίνεται λιγότερο performance και περισσότερο φροντίδα εαυτού (μου). Περισσότερο «πώς νιώθω» και λιγότερο «πώς φαίνομαι».
Κάπου εκεί καταλαβαίνω ότι το στυλ, όπως και η μεγάλη ηλικία, δεν είναι θέμα εικόνας. Είναι θέμα συμφιλίωσης.
Και αν με ρωτάς, αυτό είναι ίσως το πιο κομψό πράγμα που μαθαίνεις μεγαλώνοντας.
Γιατί, μην το ξεχνάμε, In Style we Stand!


