Αν πείτε «Τάσος Μπουλμέτης» θα τον αναγνωρίσουν σίγουρα κάποιες εκατοντάδες πληθυσμός από τον χώρο του Κινηματογράφου (όλο το φάσμα), της Σκηνοθεσίας, αλλά και της Διαφημιστικής Επικοινωνίας. Πείτε όμως «Τάσος Μπουλμέτης – ΠΟΛΙΤΙΚΗ Κουζίνα» και θα τον αναγνωρίσουν πάνω από 1,5 εκατομμύρια, στην Ελλάδα μόνον. Όσα και τα εισιτήρια που έκοψε η θρυλική ταινία με τις πολλές βραβεύσεις και το ακόμα αξεπέραστο ρεκόρ στο box office.
Έχοντας κόψει ένα από αυτά τα εισιτήρια κι εγώ, είχα την τύχη ωστόσο χάρη στην ενασχόληση μου με τη διαφήμιση να γνωριστούμε και να συνεργαστούμε για κάποιες διαφημιστικές παραγωγές μας. (Την πρώτη γνωριμία μάλιστα μας έκανε η αγαπημένη οιονεί συνεργάτιδα μου και πυλώνας του Just a Number Τασούλα Πετράκου, πριν ακόμα από την «κουζίνα»).
Πολύ φυσικά, όταν ξεκινήσαμε το τεύχος «Ταινίες και Μουσικές που μας μεγάλωσαν» – με τη διπλή σημασία του «μας μεγάλωσαν» – ο Τάσος και τα σπουδαία έργα του μου ήρθαν στο μυαλό.

Λαμβάνοντας υπόψη το γνωστό τρελό πρόγραμμα της δουλειάς ενός πολύ δραστήριου δημιουργού και σκηνοθέτη, του χρωστάω πολλά ευχαριστώ που στο διάλειμμα της εντατικής προετοιμασίας μιας νέας του δουλειάς, απαντάει στις ερωτήσεις του just a number, προσφέροντας ταυτόχρονα τροφή για σκέψη και σοφές απόψεις, με γεύση λεπτή κι ανάλαφρη αλλά επίγευση μακριά – όπως ακριβώς οι ταινίες του.
Τάσο, χαίρομαι αφάνταστα και σε ευχαριστώ που συναντιόμαστε και πάλι. Πες μου σε τι φάση δημιουργικότητας και παραγωγής σε βρίσκω;
Αυτή τη στιγμή είμαι σε μια διαδικασία γραψίματος και προετοιμασίας μιας νέας ταινίας. Ωστόσο, δεν μπορώ ακόμα να πω περισσότερα γιατί ενδεχομένως θα έχει και διεθνές βεληνεκές κι ακόμα περιμένουμε σχετικές αποφάσεις. Συγχρόνως διδάσκω, μια διαδικασία που μου αρέσει πάρα πολύ. Τα τελευταία 10 χρόνια δίδαξα επί δύο περιόδους στο πανεπιστήμιο που σπούδασα στην Αμερική και τώρα διδάσκω σε ένα κολλέγιο στην Αθήνα.
Είναι γεγονός ότι οι ταινίες σου, ειδικά η Κουζίνα αλλά και ο Νοτιάς, έχουν έντονα βιωματικό αν όχι και ημι-αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Φυσικό βέβαια χαρακτηριστικό κάθε δημιουργού (σκέφτομαι Φελίνι, Σπίλμπεργκ, Μπέργκμαν,… ων ουκ έσται τέλος), όμως πόσο εύκολη ή δύσκολη, λυτρωτική ή δεσμευτική είναι αυτή η λειτουργία «ώσμωσης» βιώματος και μυθοπλασίας;
Όταν ξεκινάω να δουλεύω μια ιδέα που έχω, αρχίζω και την περικυκλώνω σιγά-σιγά. Πρέπει να πω ότι μου παίρνει πάρα πολύ χρόνο για να μπω μέσα στον πυρήνα της ιστορίας, στην υπόθεση, στους χαρακτήρες. Κι όσο πιο βαθιά είναι αυτή η κατάδυση τόσο πιο έντονα μου αποκαλύπτεται ξαφνικά ότι έχω βάλει μέσα προσωπικά βιώματα. Έχω λοιπόν καταλήξει ότι δεν μπορείς να είσαι τίμιος με το αντικείμενο σου, ακόμα κι όταν γράφεις το πιο απλό, το πιο ελαφρό, αν δεν περνάνε τα βιώματα σου. Περνάνε και πρέπει να περνάνε και είναι αναπόφευκτο να περνάνε, αλλιώς δεν έχει την αλήθεια, την προσωπική σου αλήθεια μέσα. Αυτή που κάνει τους θεατές να ταυτίζονται και να συγκινούνται με το έργο.
Είναι η υπογραφή σου αυτή η αλήθεια. Ξέρεις, ένα από τα μαθήματα που διδάσκω είναι η υπογραφή του δημιουργού, αυτό το προσωπικό αποτύπωμα που αφήνει στο έργο του.
Πώς ισορροπεί ένας καταξιωμένος δημιουργός ανάμεσα στην Τέχνη και την εμπορικότητα; Πιστεύεις ότι η Τέχνη καταξιώνεται, συμβιβάζεται, ή υποχωρεί, αν γίνεται «εύπεπτη» και προσιτή – ψυχογραφικά και διανοητικά – στο πλατύ κοινό;
Η πιο εμπορική μου ταινία ήταν, φυσικά η Πολίτικη Κουζίνα. Όταν έκανα αυτή την ταινία ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ότι αυτή η ταινία θα είχε αυτό το βεληνεκές, αυτή την απήχηση στο κοινό. Ποτέ, μα ποτέ! Μάλιστα, οι παραγωγοί της ταινίας, η Village Roadshow, μου είχαν τότε πει τότε ότι μπορούσαν, λόγω του μηχανισμου διανομής που είχαν, δηλαδή πολλές αίθουσες, να με διαβεβαιώσουν ότι η ταινία θα έκοβε άνετα εκατό χιλιάδες εισιτήρια. Το ρεκόρ εκείνης της εποχής ήταν το Safe Sex (Σ.Σ των Ρέππα-Παπαθανασίου) που είχε κάνει ένα εκατομμύριο εισιτήρια. Ήταν μία ταινία καθαρά ψυχαγωγική, που απευθυνόταν σε ένα πλατύ κοινό, εκπαιδευμένο από τηλεοπτικές σειρές κι αντίστοιχη ευχάριστη κι εύκολη θέαση. Σε αντιπαραβολή, μια άλλη καλλιτεχνικής στόχευσης ταινία εκείνη την εποχή, ήταν της Λουκίας Ρικάκη, που είχε κάνει πενήντα χιλιάδες εισιτήρια. Οπότε τα 100-120 χιλιάδες εισιτήρια μού φαινόταν ήδη απίστευτα αισιόδοξη πρόβλεψη. Έλα όμως που τα νούμερα μας κατέπληξαν όλους! Η ταινία είχε μία τεράστια απήχηση και λειτούργησε ένα τρομερό από-στόμα-σε στόμα, σαν χιονοστοιβάδα, που διογκώθηκε σε αυτά τα τεράστια νούμερα – εντός κι εκτός συνόρων.
Για να έρθω όμως στην ουσία της ερώτησης σου: Όταν ξεκινάω μια ταινία ποτέ δεν σκέφτομαι με όρους μαζικότητας του κοινού. Στοχεύω και προσπαθώ να βελτιώσω την ιστορία της ταινίας, ώστε η ταινία να στέλνει συναισθήματα στον θεατή, οποιαδήποτε συναισθήματα.
Υπάρχει μία θεωρία των λεγόμενων «γκουρού» σεναριογράφων που λέει ότι πάμε στο σινεμά για τα τελευταία 20 λεπτά. ‘Οπου στα τελευταία 20 λεπτά οι ήρωες κάνουν κάποιες ηθικές επιλογές. Και μάλιστα αυτές είναι εντελώς διαφορετικές από τις ηθικές αξίες που είχαν στην αρχή της ιστορίας. Αυτός είναι κι ο λόγος λοιπόν που μας ενδιαφέρει τόσο πολύ να δούμε το τέλος μιας ταινίας. Δουλεύω συνήθως λοιπόν με αυτή την ας την πούμε «συνταγή». Θέλω οι ταινίες μου να κλείνουν με τις ηθικές αξίες που επιλέγουν τελικά να ζήσουν οι ήρωες μου.
Και κάτι ακόμα όσον αφορά στο κατά πόσο «υποχωρεί» ή συμβιβάζεται ηΤέχνη με την εμπορικότητα. Αυτό που βρίσκω και απολαμβάνω στις «μεγάλες» ταινίες (με την πλατιά έννοια του «μεγάλες») είναι όσο πιο απλή και λιτή η φόρμα, τόσο πιο βαθιά και ουσιαστική η εντύπωση. Αυτή είναι η αληθινή Τέχνη. Παράδειγμα, ένας διάλογος μεταξύ των χαρακτήρων που εμπεριέχει αυτό το άρρητο, αυτό που λένε οι δραματουργοί το «sub-text», αυτό που δεν λέγεται, αλλά αυτό που υπονοείται: Με τη σιωπή, με το άγγιγμα, με τη στάση του σώματος… Εκεί βρίσκεται το μεγάλο στοιχημα, η μεγάλη πρόκληση της δημιουργίας. Δεν προσπαθώ να κάνω λοιπόν εύπεπτη Τέχνη, συνειδητά.
Θα σου πω ένα παράδειγμα: Η τελευταία μου ταινία ήταν το 1968, μια ταινία για την ΑΕΚ. Εκεί ήξερα ότι είχα ένα σίγουρο κοινό, τους οπαδούς φυσικά. Η ταινία άλλωστε ήταν παραγγελία, συγκεκριμένου σκοπού. Παρόλα αυτά εγώ εκεί έβαλα κομμάτι από Τάσο Μπουλμέτη, τα προσωπικά μου βιώματα από την ομάδα και την ιστορία της. ‘Επλασα την ταινία στην ειδική κατηγορία που λεγεται docu-fiction, δηλαδή ντοκυμαντέρ αλλά και μυθοπλασία, και ως τέτοια την έστησα για να βγάλω την αίσθηση της εποχής. Με μεγάλη επίσης απήχηση, συναισθηματική.
Βρίσκεσαι στην ώριμη ηλικία των 60+ που όμως καμία σχέση ως προφίλ δεν έχει πλέον με τους 60ρηδες της προηγούμενης γενιάς, όπως το αναπτύξαμε και σε προηγούμενα. Πώς βλέπεις το μέλλον και την εξέλιξη σου σε αυτό το μυστηριώδες και προκλητικό περιβάλλον (ΑΙ, αστάθειας, ανατροπών) στο οποίο εμείς, οι just-a-numbers, καλούμαστε να ζήσουμε και να δραστηριοποιηθούμε, εφόσον μάλιστα η υγιής μακροβιότητα μάς δίνει περισσότερα χρόνια ζωής;
Κοίταξε Νίκη, φαντάζομαι το ξέρεις, εγώ παρόλο που είμαι στη λεγόμενη ηλικία σύνταξης δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσω να δουλεύω. Η δουλειά εφόσον μας αρέσει είναι που μας τρέφει και μας συντηρεί – με όλη τη σημασία των λέξεων.
Γενικά, εγώ βλέπω το ποτήρι μισο-γεμάτο.
Μιας και αναφέρεις την ΤΝ (ΑΙ), έχω βουτήξει πολύ βαθιά μέσα σε όλο αυτό. Το μέλλον, αν όχι ήδη το παρόν, μας επιφυλάσσει πάρα πολλές αλλαγές, ανατροπές, ενδεχομένως και πολλά αρνητικά. Τα ίδια όμως βιώσαμε και με την έλευση του υπολογιστή, του ίντερνετ, της Google… Εδώ ωστόσο μιλάμε για κάτι το ανεπανάληπτο, μια τέραστια προκληση. Αν το δεις ξεκαθαρα σαν ένα θαυμάσιο εργαλείο που μαθαίνεις πώς να το χειριστείς σωστά κερδίζεις πολύτιμο, αφθονο χρόνο και άμεση πρόσβαση στη γνώση, σε τεράστιο αριθμό πληροφοριών, στη γνώση τελικά. Βεβαίως κι εχω επιφυλάξεις ως προς τα πού θα πάει αυτό το πράγμα, αλλά δεν αφήνω να με κυριαρχήσει ο φόβος, οι προκαταλήψεις, η ανθρώπινη αντίσταση στην αλλαγή...
Αγαπητέ Τάσο σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την παρουσία σου σε αυτό το τεύχος. Μου επιβεβαίωσες επί πλέον περίτρανα ότι είσαι εντελώς just a number!
Κι εγώ σε ευχαριστώ! Ναι, είμαι, 100%!


