Το εικαστικό ημερολόγιο της Άρτεμις Χατζηγιαννάκη για το 2026 είναι το όγδοο κατά σειρά έργο μιας μακρόχρονης εικαστικής ενότητας. Συνομιλεί οργανικά με τη νέα ατομική της έκθεση ζωγραφικής «Θηραϊκές Τελετουργίες».
Δεν πρόκειται για ένα απλό, χρηστικό ημερολόγιο, αλλά για ένα σύνθετο καλλιτεχνικό αντικείμενο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αφήγηση, ως αρχείο μνήμης και ως πρόταση αναστοχασμού για τη σύγχρονη ταυτότητα της Σαντορίνης.


Η έκθεση παρουσιάστηκε τον Αύγουστο του 2025 στο Βιομηχανικό Μουσείο Τομάτας «Δ. Νομικός» στη Βλυχάδα Σαντορίνης και τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στο ιστορικό κτίριο του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και ολοκληρώνεται στις 24 Ιανουαρίου 2026. Την επιμέλεια υπογράφουν ο αρχαιολόγος Λευτέρης Ζώρζος και η αρχιτέκτονας Νίνα Γεωργιάδου, με συνεπιμέλεια του Νίκου Βατόπουλου. Το ημερολόγιο περιλαμβάνει δώδεκα υδατογραφίες —μία για κάθε μήνα— με επεξηγηματικά κείμενα, πρόλογο του Δημάρχου Θήρας και κείμενα των επιμελητών. Είναι δίγλωσσο, με αγγλική μετάφραση του Γιώργου Γεωργιάδη.
Στον πυρήνα του εγχειρήματος βρίσκεται η έννοια της τελετουργίας της καθημερινότητας. Η εικαστικός προσεγγίζει τη Σαντορίνη όχι ως τουριστική εικόνα, αλλά ως τόπο βιωμένο, διαρκώς μεταβαλλόμενο και ταυτόχρονα βαθιά αναγνωρίσιμο.


Η αρχιτεκτονική και το τοπίο αποτελούν σταθερό υπόβαθρο αυτής της αφήγησης. Όπως αναδεικνύεται και στην ομιλία της Νίνας Γεωργιάδου για την αρχιτεκτονική της Σαντορίνης, πίσω από τη γνωστή εικόνα της λιτής κυκλαδίτικης κατοίκησης με τα υπόσκαφα κτίσματα, την πλαστικότητα και την απλότητα των μορφών, αποκαλύπτεται ένα σύνθετο μωσαϊκό ιστορικών στρωμάτων: Προϊστορικά κατάλοιπα, βυζαντινά και ενετικά μνημεία, νεοκλασικά αρχοντικά, βιομηχανικά κτίρια και ίχνη μοντερνισμού. Αυτό το πολυεπίπεδο περιβάλλον διαμορφώνει το «genius loci» του νησιού, το πνεύμα του τόπου που η καλλιτέχνις επιχειρεί να συλλάβει. Από την προϊστορική Στρογγύλη έως τη σύγχρονη Σαντορίνη της υπερ-επισκεψιμότητας, το νησί μετασχηματίζεται αδιάκοπα, διατηρώντας όμως έναν σταθερό πυρήνα αξιών, ένα ισχυρό «genius loci» που επιβιώνει πίσω από τις επιφάνειες.
Η θεματογραφία των έργων εστιάζει στη ζωή των ανθρώπων από τις αρχές του 20ού αιώνα έως τη δεκαετία του 1970, δηλαδή στην τελευταία περίοδο όπου η καθημερινότητα του νησιού οργανωνόταν ακόμη γύρω από την εργασία, τη γη, τη θάλασσα και την κοινότητα. Αγροτική παραγωγή, προ-βιομηχανικές δραστηριότητες, θρησκευτικές τελετές, κοινωνικά έθιμα και πρώιμες μορφές τουρισμού συγκροτούν ένα πλέγμα πρακτικών που σήμερα έχουν σε μεγάλο βαθμό εκλείψει ή μετασχηματιστεί ριζικά.
Κομβικό ρόλο σε αυτή την αφήγηση παίζουν τα κείμενα που συνοδεύουν κάθε μήνα του ημερολογίου. Δεν λειτουργούν απλώς ως λεζάντες, αλλά ως μικρές αφηγηματικές μονάδες που γεφυρώνουν το παρελθόν με το παρόν, προσκαλώντας τον σημερινό αναγνώστη να αναμετρηθεί με όσα έχουν χαθεί, όσα επιβιώνουν και όσα αλλοιώθηκαν. Ο φάρος του Ακρωτηρίου, με τον οποίο ανοίγει ο χρόνος, υπενθυμίζει την ανάγκη προσανατολισμού σε έναν τόπο που σήμερα φωτίζεται περισσότερο από τα φλας της προβολής παρά από το φως της ανάγκης. Οι μικρές υφάντρες και η σχολή ταπητουργίας φέρνουν στο προσκήνιο την αξία της εκπαίδευσης, της χειρωναξίας και της τοπικής γνώσης, σε αντίστιξη με τη σύγχρονη αποσύνδεση από την παραγωγή.
Η παρέλαση των προσκόπων, η Πρώτη Ανάσταση και οι τελετουργίες της άνοιξης αναδεικνύουν τη σημασία της συλλογικότητας και της κοινής εμπειρίας, σε μια εποχή όπου η κοινωνική ζωή του νησιού κατακερματίζεται. Η εξόρυξη της θηραϊκής γης και η βιομηχανία της τομάτας υπενθυμίζουν ότι η Σαντορίνη υπήρξε κάποτε τόπος παραγωγής και όχι μόνο κατανάλωσης, ένας τόπος που συμμετείχε ενεργά σε διεθνή δίκτυα εργασίας και εμπορίου.
Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ημερολογίου, με τη βεντέμα της τομάτας και του αμπελιού, τα πανηγύρια, τους ανεμόμυλους και τις γιορτές του κρασιού, σκιαγραφούν έναν κύκλο ζωής άρρηκτα δεμένο με τη φύση και τον χρόνο. Ο Δεκέμβριος, με τη Μαρουλία της Οίας και τις πρώτες μορφές φιλοξενίας της δεκαετίας του ’70, λειτουργεί ως σημείο καμπής: Μια στιγμή αθωότητας πριν τη ριζική μεταμόρφωση του τόπου, που καθιστά το παρελθόν όχι νοσταλγικό καταφύγιο, αλλά πεδίο κριτικής σκέψης.
Όπως επισημαίνει ο Νίκος Βατόπουλος, η Άρτεμις Χατζηγιαννάκη λειτουργεί ως ανασκαφέας μνήμης και ταυτόχρονα ως σύγχρονη αφηγήτρια. Αντλώντας από αρχειακό υλικό, προφορικές μαρτυρίες και προσωπικές εμπειρίες, συνθέτει μια ανθρωπογεωγραφία που φωτίζει τη σημερινή Σαντορίνη μέσα από όσα υπήρξε.
Σε μια περίοδο έντονης αλλοίωσης του τοπίου και αποδυνάμωσης της εντοπιότητας, το εικαστικό ημερολόγιο προτείνει μια επιστροφή στην ουσία: Πίσω από το θάμβος της εικόνας, εκεί όπου διακρίνεται ακόμη το θάμβος της αλήθειας και η διαχρονική ανθεκτικότητα του τόπου.


