Ο Μάνος καθόταν στο πάτωμα του σκοτεινού του διαμερίσματος, με την πλάτη στον τοίχο και το βλέμμα χαμένο στο κενό. «Πώς έφτασα ως εδώ;» ψιθύριζε μέσα του. «Πώς κατάφερα να εξαπατήσω τόσο καλά τον ίδιο μου τον εαυτό;» Η σκέψη αυτή τον χτυπούσε στα μηνίγγια σαν παγωμένο κύμα. Για χρόνια είχε θωρακίσει τον εαυτό του σε μια επιμελημένη εικόνα: Του ικανού, του έξυπνου, του “πάντα έτοιμου για όλα”, του ανθρώπου που ξέρει, που δεν αμφιβάλλει, που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Μόνο που τώρα, μετά από ένα χαστούκι ωμής πραγματικότητας τόσο δυνατό που του άφησε εσωτερικό μούδιασμα, ένιωθε χαμένος και απογυμνωμένος. Αντικρύζοντας το πρόσωπό του, ένιωθε σαν να κοιτούσε για πρώτη φορά έναν άγνωστο, έτσι του φαινόταν ο ίδιος του ο εαυτός.
«Μήπως η μεγαλύτερη απάτη είναι αυτό που λέω στον καθρέφτη μου εδώ και χρόνια κάθε πρωί;» αναρωτήθηκε, και συνέχισε: «Πώς γίνεται να μπερδέψεις τόσο πολύ τη φωνή της πραγματικότητας με τη φωνή της ανάγκης σου να νιώθεις αρκετός;» Ο εσωτερικός του διάλογος είχε γίνει σχεδόν βασανιστικός. Δεν ήξερε αν αυτό ήταν κάθαρση ή αυτοτιμωρία. Ήξερε μόνο πως για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε πως δεν μπορούσε να κρυφτεί.
Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, ο Μάνος ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να φαίνεται πάντα και σε όλους «ο δυνατός». Από παιδί προς τα μικρότερα αδέλφια του, ως σήμερα στα τριάντα πέντε του, που εργαζόταν ως senior project manager σε μια μεγάλη εταιρεία τεχνολογίας. Είχε δημιουργήσει και συστηματικά καθιερώσει το προφίλ του ανθρώπου που «τα έχει όλα υπό έλεγχο», όχι μόνο στη δουλειά, αλλά και στις σχέσεις του. Η προσωπική του ζωή ήταν μια σειρά από ημιτελείς προσπάθειες, όχι επειδή του έλειπε η αγάπη, αλλά επειδή του περίσσευε ο φόβος: Ο φόβος μήπως αποκαλυφθεί ότι δεν ήταν τόσο καταπληκτικός όσο φαινόταν, γιατί έπασχε από «impostor syndrome», σε συνδυασμό με έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία. Ως αποτέλεσμα, κάθε φορά που κάτι πήγαινε στραβά, έριχνε την ευθύνη αλλού. Κάθε φορά που μια σχέση τελείωνε, είχε έτοιμη μια «λογική» εξήγηση. Κάθε φορά που δεχόταν κριτική στη δουλειά, την απέρριπτε ως άδικη ή άστοχη. Είχε χτίσει ένα ισχυρό αμυντικό σύστημα που, ενώ τον προστάτευε, ταυτόχρονα τον κρατούσε φυλακισμένο και τελματωμένο, αλλά και καλά καλυμμένο πίσω από τις αρκετά σημαντικές επαγγελματικές του επιτυχίες.
Η πραγματική κρίση που πρόδωσε την αδυναμία του ήρθε όταν ανέλαβε ένα μεγάλο έργο, το σημαντικότερο της καριέρας του. Ήταν η ευκαιρία της στιγμή του να λάμψει και να απογειωθεί – τουλάχιστον έτσι πίστευε. Μόνο που αυτή η επιτυχία απαιτούσε κάτι που ο Μάνος δεν μπορούσε να διαχειριστεί: Συστηματική συνεργασία, ευελιξία, αναγνώριση των ορίων και των αδυναμιών του. Όμως εκείνος έβλεπε μόνο την ανάγκη του να αποδείξει πως μπορεί να τα καταφέρει όλα μόνος του και καλύτερα από τους άλλους. Άρχισε να αγνοεί προειδοποιήσεις, να υπερεκτιμά τις δυνατότητές του, να περιχαρακώνει τους συνεργάτες του. Δεν άκουγε, δεν έβλεπε, δεν δεχόταν κουβέντα από κανέναν.
Και μπροστά σε μια αντίξοη συνθήκη, το έργο κατέρρευσε με τρόπο ηχηρό, δημόσιο, και ιδιαίτερα επώδυνο για την εταιρία του. Η διοίκηση τού ζήτησε εξηγήσεις. Οι συνεργάτες του, κουρασμένοι πια, του είπαν ανοιχτά πως εκείνος ήταν ο λόγος που το έργο κατέρρευσε, και ο πελάτης απέσυρε την ανάθεση. Και ο καταπέλτης ήρθε με εκείνη τη φράση από τη διευθύντρια προσωπικού, που κυριολεκτικά τον πέτρωσε:
«Μάνο, σε παρακολουθώ τόσο καιρό. Έχεις έξοχα προσόντα, αλλά η αλήθεια είναι πως ζεις σε μια εκδοχή του εαυτού σου που δεν υπάρχει. Και αυτή η εκδοχή τώρα κατέρρευσε».
Εκείνο το βράδυ ο Μάνος γύρισε στο σπίτι του νιώθοντας πως κάποιος του είχε τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια, κι έπεσε μέσα σε ένα κενό χωρίς πάτο. Η κατάθλιψη δεν ήρθε απότομα: Ήρθε αργά, μουλωχτά, σαν ομίχλη που κάλυψε τα πάντα. Ο άλλοτε εργασιομανής Μάνος έχασε κάθε ενδιαφέρον για τη δουλειά, απομακρύνθηκε από φίλους, έκλεισε τα τηλέφωνα. Αυτός που κάποτε είχε απάντηση για όλα, τώρα δεν είχε ούτε για τον εαυτό του.
Μέσα σε αυτό το σκοτεινό τούνελ, όμως, και μέσα στη σιωπή του, μια μικρή αλήθεια άρχισε να ακούγεται μέσα του σαν ψίθυρος: «Μήπως τελικά δεν είμαι αυτό που νόμιζα; Μήπως είμαι κάτι πιο ανθρώπινο; Μήπως η δύναμή μου δεν ήταν ποτέ η τελειότητα αλλά η ικανότητά μου να δω την αλήθεια;»
Ξεκίνησε να πηγαίνει σε θεραπεία, στην αρχή μόνο και μόνο για να μην καταρρεύσει εντελώς. Η διαδικασία ήταν επίπονη. Έπρεπε να παραδεχτεί πως για χρόνια φορούσε μια μάσκα, όχι για να εξαπατήσει τους άλλους αλλά για να προστατεύσει τον εαυτό του από τον φόβο της ανεπάρκειας. Κάθε συνεδρία ήταν ένα μικρό σπάσιμο αυτής της μάσκας. Κι όσο έπεφταν τα κομμάτια της, εμφανιζόταν ένας άνθρωπος που δεν ήταν τέλειος, αλλά ήταν αληθινός.
Σιγά σιγά άρχισε να βλέπει τα λάθη του όχι σαν αποτυχίες, αλλά σαν μηνύματα. Κι άρχισε να αναλαμβάνει την ευθύνη τους χωρίς να αυτομαστιγώνεται. Αυτός που πριν δήλωνε παντοδύναμος, τόλμησε να ζητάει βοήθεια χωρίς να νιώθει αδύναμος. Ένιωσε ελεύθερος να πει «δεν ξέρω» χωρίς να φοβάται ότι θα χαθεί το κύρος του. Και το κυριότερο; Συνειδητοποίησε πως η μεγαλύτερη απάτη ήταν η εικόνα που είχε πείσει τον εαυτό του ότι πρέπει να διατηρεί για να αξίζει.
Εκείνη ήταν η στιγμή της μεγάλης «μετακίνησης» του Μάνου: Κατάλαβε ότι η αξία του δεν βρίσκεται στο να είναι άτρωτος, αλλά στο να είναι ανθρώπινος και αληθινός. Επιστρέφοντας στη δουλειά του, οι συνάδελφοι είδαν έναν «καινούργιο Μάνο», έναν συνεργάτη με ενσυναίσθηση, υπευθυνότητα και δύναμη που στηριζόταν πολύ περισσότερο στην έμπνευση της ομάδας, παρά στην αυτοπροβολή. Και τον αγκάλιασαν με αγάπη, βαδίζοντας όλοι μαζί προς τις καινούργιες δημιουργίες κι επιτυχίες!
Η μεγαλύτερη απάτη και σκλαβιά είναι να πιστεύεις ότι πρέπει να είσαι κάποιος άλλος για να αξίζεις, και η μεγαλύτερη ελευθερία είναι να βλέπεις τον εαυτό σου όπως είναι, να τον αποδέχεσαι και να συνεχίζεις!



