Δεν γερνάμε παρά μόνο όταν παραιτούμαστε
Γνώρισα τη Νίκη Μαρκογιάννη, ως διακεκριμένη, ταλαντούχα ψυχίατρο όταν, πριν πολλά χρόνια, με έστειλαν σ’ εκείνη από το περιοδικό «Γυναίκα», αν θυμάμαι καλά, για να της πάρω μια συνέντευξη. Ψηλή, επιβλητική, στιβαρή και ταυτόχρονα τρυφερή, πριν καν μιλήσει, μου έφερε στο μυαλό, σοφή αρχηγό Ινδιάνικης φυλής, που μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις.
Κάναμε μια καταπληκτική, ανατρεπτική για τα δεδομένα της εποχής, κουβέντα, που δημοσιεύτηκε, «χτυπήθηκε» στο εξώφυλλο -όπως λέγαμε τότε για τους τίτλους που το κοσμούσαν- συζητήθηκε πολύ και (μου) άφησε μια ανάμικτη επίγευση: Είχαν ειπωθεί πολλά για τις σχέσεις, τις ψευδαισθήσεις, τις κρυφές υποκρισίες, τις ανάγκες των μικρών παιδιών μέσα μας, ακόμα -όντως- και για δικές μου σκέψεις, για τη δική της βαθιά αγάπη για όλα τα ζωντανά και, ειδικά, τα άλογα, την εμπειρία της ως επί δεκαετίες «αλογομάνας». Όλα αυτά όμως, από το στόμα μιας γυναίκας, την επαγγελματική ιδιότητα της οποίας, αμφισβητούσα με πάθος. Λόγοι οικογενειακοί, μου είχαν φυτέψει στο μυαλό τη στρεβλή πεποίθηση ότι οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι, συλλήβδην, ήταν, στην καλύτερη περίπτωση εντελώς άχρηστοι και, στη χειρότερη, εντελώς επικίνδυνοι.
Πέρασαν μερικά χρόνια και, τα γεγονότα της ζωής, οδήγησαν την ψυχή μου να καθηλώσει το σώμα μου σ’ έναν εφιάλτη. Αλλεπάλληλες κρίσεις πανικού τον λένε και μόνο όποιος έχει την εμπειρία του, μπορεί να καταλάβει. Σε απόγνωση, έφτασα ένα πρωί στην πόρτα της Νίκης και δήλωσα κυνικά ότι δεν πίστευα καθόλου σ’ αυτό που έκανε, αλλά δεν ήξερα πού να πάω για βοήθεια.
Και όταν, καιρό αργότερα, ο πρώτος κύκλος γνωριμίας με τον εαυτό μου ολοκληρώθηκε, ομολόγησα ότι η διαδικασία, μου είχε αφήσει δώρο ένα κλειδί με το οποίο, στα πολύ δύσκολα, μπορούσα -και πάντα μπορώ έκτοτε- να έχω πρόσβαση σε ένα προσωπικό κιτ πρώτων βοηθειών που με γλυτώνει από τα χειρότερα.
Πριν από μερικές μέρες, συναντηθήκαμε ξανά με τη Νίκη Μαρκογιάννη για να πούμε ωραία πράγματα που θα διαβάσετε παρακάτω. Αυτή τη φορά πήγα στον παράδεισό της -και όχι, φυσικά, μόνο δικό της- στον Μαραθώνα. Μια γαλήνια φάρμα όπου, συνταξιοδοτημένα από τους αγώνες, γερασμένα, κουρασμένα άλογα συμβιώνουν με γαϊδουράκια και πόνυ -η μια πιο αστεία μουτσούνα από την άλλη- σκυλιά, γατιά, χήνες, παπιά και ανθρώπους που τα αγαπούν, τα φροντίζουν και τα μαθαίνουν να προσφέρουν κι αυτά την πολύτιμη φροντίδα τους. Ο λόγος σ’ εκείνην!
Τα κόκκινα καπέλα
«Όταν λέμε ότι μεγαλώνουμε, εννοώντας ότι γερνάμε, δεν είναι μόνο ότι κουράζονται τα πόδια μας, τα χέρια μας, αποδυναμώνονται οι μύες μας και φθείρονται οι ιστοί στο σώμα μας. Είναι ότι, ταυτόχρονα, απαλλασσόμαστε και από πάρα πολλά φορτία, από πάρα πολλούς τύπους και κανόνες που έχουμε μάθει από μικροί και μας ακολουθούν σε όλη μας τη ζωή, υπαγορεύοντας πώς πρέπει να κάνουμε κάθε τι. Αυτοί οι κανόνες, όχι μόνο δεν είναι ευχάριστοι, αλλά αντίθετα, μας καταπιέζουν. Υπάρχει, θυμάμαι από παλιά, ένα καταπληκτικό ποίημα αγνώστου συγγραφέως, που λέγεται «Τα κόκκινα καπέλα». Πρόκειται για κάποιον που αφηγείται πώς, ξεκινάμε από το σχολείο με τον κανόνα να είμαστε καλοί μαθητές, να έχουμε φίλους, μετά προχωράμε στην εφηβεία με συγκεκριμένους όρους, αργότερα, ως νέοι πρέπει να μπαίνουμε σε ειδικά καλούπια ώστε να αποτελούμε ερωτικά σύμβολα, μετά πρέπει να κάνουμε καριέρα, μετά οικογένεια – αλλά, όταν περνάμε τα «-ήντα», φοράμε τα κόκκινα καπέλα μας, γιατί πλέον δεν μας νοιάζει τι θα πει ο κόσμος ούτε αν τα κάνουμε όλα σωστά, ούτε πόσο ωραίοι είμαστε. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να ζούμε καλά και να χαιρόμαστε τη ζωή μας. Και, όπως φεύγουν από πάνω μας όλοι αυτοί οι καταπιεστικοί κανόνες, μας ξαλαφρώνουν, αφήνοντάς μας έναν χώρο ελευθερίας. Αν όμως δεν έχουμε τι να τον κάνουμε, αν κλαίμε επειδή ξυπνάμε το πρωί και δεν έχουμε πια να πάμε στη δουλειά ή να πάρουμε τα παιδιά από το σχολείο ή να μαγειρέψουμε και αν δεν είμαστε, γενικά, έτοιμοι να κάνουμε κάτι ευχάριστο και δημιουργικό σ’ αυτόν τον ελεύθερο χρόνο, τότε θα έρθει ο ίδιος να μας πνίξει στην κατάθλιψη και να μας πληγώσει.
Ναι μεν λοιπόν μεγαλώνουμε, αλλά δεν γερνάμε παρά μόνο όταν παραιτούμαστε. Όσο, δηλαδή, ξυπνάμε το πρωί έχοντας ενδιαφέροντα και σκεφτόμαστε, λόγου χάρη, να φτιάξουμε τα φυτά στον κήπο ή τη βεράντα μας ή να πάμε να βοηθήσουμε τους φίλους μας ή να μαγειρέψουμε σε μια κοινωνική κουζίνα, τότε είμαστε καλά. Ειδικά η προσφορά είναι από τα πράγματα που μας κρατούν ζωντανούς και μας δίνουν τεράστια ικανοποίηση. Το λένε σήμερα και οι νευροεπιστήμες ότι, όταν προσφέρουμε, ο εγκέφαλος αργεί να φθαρεί. Αντίθετα, όσο μένουμε στον ατομισμό μας και στο γύρω-γύρω από τον εαυτό μας, τότε, ακριβώς επειδή είμαστε ζώα αγέλης, ο εγκέφαλος σιγά σιγά μας εγκαταλείπει, καθώς αισθάνεται ότι δεν συμβαδίζουμε με τη φύση μας. Άρα, η προσφορά είναι από τα βασικά πράγματα για την υγεία του νευρικού συστήματος. Στα «ΚΑΠΗ» της Καλιφόρνιας, λόγου χάρη, πηγαίνουν τα άλογα και οι ηλικιωμένοι αποκτούν, κατά κάποιο τρόπο, προσωπική σχέση μαζί τους… Τα φροντίζουν, τα χαϊδεύουν, τα περπατάνε και έτσι ξέρουν ότι θα ξυπνήσουν το πρωί και θα έχουν μια ευθύνη για κάποιο ον, που περιμένει από αυτούς φροντίδα…»
Μίνιμαλ ή… μπαρόκ;
«Σ’ αυτή τη φάση της ζωής, αρκετοί άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να «ελευθερώσουν» χώρο και από υλικής πλευράς. Έτσι, χαρίζουν πράγματα, αφαιρούν ό,τι θεωρούν οι ίδιοι περιττό και νιώθουν ότι αυτά που τους χρειάζονται για να ζουν όπως θέλουν είναι πολύ λιγότερα από αυτά που έχουν γύρω τους. Τους βοηθά ένα περιβάλλον πιο λιτό και πιο καθαρό. Αυτό, βέβαια, δεν ισχύει για όλους, καθώς πολλοί έχουν συναισθηματική σχέση με τα πράγματά τους και τα θέλουν δίπλα τους, για να τους θυμίζουν διάφορες στιγμές της ζωής τους. Σίγουρα, αν θέλουμε να «ξαλαφρώσουμε», δεν πρέπει να το κάνουμε σε πολύ μεγάλη ηλικία. Αν το αποφασίσουμε μετά τα 80, για παράδειγμα, αλλάζοντας τον περιβάλλοντα χώρο μας μπορεί να αποδιοργανωθούμε. Καλό είναι λοιπόν να το κάνουμε νωρίτερα ώστε να συνηθίσει ο εγκέφαλος τις νέες συνθήκες. Η όποια αλλαγή χώρου και συνθηκών, στις μεγάλες ηλικίες πρέπει να γίνει κάπως σταδιακά και με πολλή αγάπη στον εαυτό μας. Παίζει ρόλο το αν πραγματικά αισθανόμαστε ότι μας εξυπηρετεί να γίνουμε πιο λιτοί σε υλικό, όσο και σ’ επικοινωνιακό επίπεδο ή αν προτιμάμε ένα στυλ πιο… μπαρόκ!»
Στο βάθος, ανθόκηπος
«Η αγάπη για τον εαυτό μας είναι κλειδί επιβίωσης σε κάθε φάση της ζωής: Στην ηρεμία της καθημερινότητας, στη φουρτούνα, σε κάθε αλλαγή, σε κάθε μετάβαση… Γιατί, αν αγαπάω τον εαυτό μου θα τον αγαπάω και με όλες τις χαρές, τις μεταβολές και τις δυσκολίες που φέρνουν τα γεράματα: Θα αγαπάω τα ποδαράκια μου που με κουβαλούσαν όλη μου τη ζωή, ακόμα και αν δυσκολεύονται πια να με σηκώσουν με άνεση, θα αγαπάω την πλάτη που με στήριξε, ακόμα κι αν τώρα πονάει τη μισή μέρα… Θα αγαπάω τον εαυτό μου έστω πιο αδύναμο και πιο ταλαιπωρημένο, θα προσπαθήσω να έχω μια ουσιαστική σχέση μαζί του και να κατανοώ ότι ζει μέσα σε ένα σώμα το οποίο αγωνίζεται κάθε μέρα για να επιβιώσει. Να κατανοώ επίσης ότι είναι ευλογία να γερνάμε γιατί, το αντίθετο θα σήμαινε ότι έχουμε πεθάνει. “To να γερνάς είναι ένα προνόμιο που πολλοί στερήθηκαν», είναι η περίφημη, σοφή φράση που άλλοι αποδίδουν στον Μαρκ Τουέιν και άλλοι σε έναν άγνωστο.
Βέβαια, γερνώντας, συμβαίνουν αλλαγές, στην εμφάνιση, στο σώμα, στο μυαλό, στις οποίες πρέπει να προσαρμοζόμαστε βαθμιαία – ιδανικά χωρίς γκρίνια, αλλά ακόμα και με χιούμορ. Χαίρομαι αφάνταστα μια φίλη μου που μονολογεί με αγάπη, «ελάτε ποδαράκια μου, μπορούμε να περπατήσουμε λίγο περισσότερο, έλα κι εσύ μεσούλα μου, ξέρω ότι πονάς, αλλά θα σταθούμε λίγο ακόμα» και μετά, χαμογελάει στον εαυτό της στον καθρέφτη και του λέει, «σε αγαπάω γιατί είσαι η ιστορία της ζωής μου, είσαι ο χάρτης που πάνω του έχει χαραχτεί κάθε μου βήμα». Φτιάχνει δηλαδή μια οπτική γωνία, μέσα από την οποία αποφασίζει να μη νιώθει δυστυχής που δεν είναι πια 30 ετών.
Κάθε ηλικία έχει τα καλά και στα στραβά της – σκεφτείτε πόσο δύσκολη, σκληρή μετάβαση είναι αυτή της εφηβείας προς την ενήλικη ζωή… Κανείς δεν μας υποσχέθηκε μια ζωή που θα συνεχίζεται αδιάκοπα μέσα σ’ έναν ανθόκηπο με όλα τα καλά… Το θέμα είναι να μη φτάσουμε στη μεγάλη ηλικία χωρίς να έχουμε ρίξει ποτέ μια ματιά σ’ αυτόν τον ανθόκηπο, που τελικά είναι πάντα εκεί για μας. Είπαμε – το μυστικό είναι να βοηθάς τον εαυτό σου, να του φέρεσαι πιο τρυφερά, να του λες κάθε τόσο, «μπράβο που τα κατάφερες, πέρασες πολλά όλα αυτά τα χρόνια, άντεξες, τα ξεπέρασες και τώρα μπορείς ακόμα και να προσφέρεις στους άλλους». Επιμένω σ’ αυτό γιατί, αν μπορούμε, ανάλογα με τις δυνάμεις μας, να βγούμε λίγο από τον εγωκεντρισμό μας και να προσφέρουμε, τότε σίγουρα μεγαλώνουμε καλύτερα, με περισσότερη γαλήνη. Το έχω δει να συμβαίνει ακόμα και σε πολύ μεγάλους ανθρώπους που, αντί να εξελιχθούν σε εγωκεντρικούς, συχνά ανυπόφορους, ηλικιωμένους, μεταλλάσσονται – μερικές φορές αφού προηγηθεί ένα συμβάν, πχ ένα εγκεφαλικό- σε «αγγέλους». Θυμάμαι μια τέτοια περίπτωση, όπου μια μεγάλης ηλικίας γυναίκα έμεινε σε αναπηρική καρέκλα και καθόταν, με την κοπέλα που τη βοηθούσε, να μαγειρέψουν για άστεγους. Παρόλο που δεν μπορούσε να κινείται, δεν γκρίνιαζε ποτέ. Αντίθετα, έδειχνε χαρά που μπορούσε να κάνει κάτι για τους άλλους».
Η φάρμα των ψυχών
«Στην Ιππόλυση έρχονται και μεγάλοι άνθρωποι, πάνω από 80 ετών, πολλές φορές επειδή λένε ότι δεν θέλουν να πεθάνουν χωρίς να έχουν ξεκαθαρίσει τα πράγματα με τον εαυτό τους. Τους καμαρώνω αφάνταστα, τους βλέπω να κάνουν ασκήσεις δίπλα στο άλογο, να λυγίζουν και να του λένε «κοίτα τι έπαθα» και μετά να σηκώνονται και να προχωράνε… Τους θαυμάζω μέσα από την ψυχή μου. Και ναι, καταλαβαίνω ότι οι περισσότεροι «μεγάλοι» λένε, «τι να την κάνω τώρα την ψυχοθεραπεία», γιατί έχουν περάσει λόγου χάρη τα 70 και μέχρι τότε κατρακυλούσαν στη ζωή και δεν είχαν ούτε το χρόνο ούτε τη δυνατότητα να «ψαχτούν». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι αποκλείονται από την ψυχοθεραπεία. Μπορεί, φυσικά να μην είναι δυνατό να γυρίσουν ανάποδα τη ζωή τους και να αλλάξουν είτε τα γεγονότα είτε τις αποφάσεις τους, αλλά μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τον εαυτό τους, να ζήσουν καλύτερα μέσα τους και να είναι πιο εύκολο έτσι το πέρασμα τους όταν έρθει η ώρα. Είναι σημαντικό να γίνεται ανώδυνα η μετάβαση από το ένα στάδιο της ζωής στο επόμενο.
Από την άλλη πλευρά και τα δικά μας άλογα εδώ, δεν μπορούν πια ούτε εμπόδια να πηδήξουν ούτε κούρσα στον ιππόδρομο να τρέξουν… Γίνονται όμως ιδανικοί οδηγοί ζωής των ανθρώπων και το ευχαριστιούνται! Το βλέπεις ότι χαίρονται όταν βοηθούν… Έχω εδώ ένα υπέργηρο άλογο, χωρίς δόντια, τον Φούξι μου. Δεν τον βάζω να δουλέψει για να μην επιβαρύνεται η υγεία του, αλλά εκείνος, όταν βλέπει να δουλεύουν τα άλλα άλογα, φωνάζει! Τις προάλλες που έβρεχε και αναγκαστικά δουλεύαμε στο υπόστεγο, δούλευε κι εκείνος από μόνος του μια ώρα, γιατί είναι ένας σοφός γέροντας θεραπευτής… «Και πώς θα σε συνεφέρω τώρα εσένα, βρε γεροξούρα μου», τον ρωτούσα. Χρειάστηκαν πολλά βρασμένα, λιωμένα καρότα και πολλή αγάπη για να τον συνεφέρουμε!»
Μια τεράστια αγκαλιά
«Σ’ αυτή τη μοναδική όαση, έρχονται καθημερινές και Σαββατοκύριακα, άνθρωποι κάθε είδους και κάθε ηλικίας. Όλοι βέβαια, ανεξαιρέτως, πρέπει να έχουν κλείσει ραντεβού.
Η Ιππόλυση ζει αποκλειστικά από δωρεές, που μπορεί να είναι κι ένα δεμάτι σανό!
Πιο οργανωμένες είναι οι δωρεές εταιρειών που απευθύνονται εκεί για να κάνουν εταιρικά εκπαιδευτικά προγράμματα. Η ιδέα αυτή είναι ευρύτατα διαδομένη στο εξωτερικό όπου, αντί να γίνονται οι εκπαιδεύσεις σε κλειστούς χώρους, μπροστά σε υπολογιστές, γίνονται στη φύση με τα άλογα, τα οποία είναι ζωντανοί οργανισμοί και έχουν συναίσθημα.
Πρόκειται για προγράμματα ομαδικότητας, καλύτερης επικοινωνίας, καλύτερης συνεννόησης, στρατηγικής για οτιδήποτε μπορεί να χρειαστεί μια εταιρεία. Όσο για τους μεγαλύτερους σε ηλικία και τις ατομικές συνεδρίες, κάνουν ασκήσεις με τα άλογα γιατί, εκτός από τις θεραπευτικές ασκήσεις, τα άλογα συμβάλλουν πάρα πολύ στο να κρατιέται το μυαλό μας στη θέση του. Βοηθούν λοιπόν στη συγκέντρωση και την προσοχή, καθώς και στην εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων – που είναι ο ίδιος ακριβώς τρόπος με τον οποίο βοηθούν και τα παιδιά.
Στους ηλικιωμένους όμως, αυτό είναι ακόμη πιο χρήσιμο, γιατί όταν δουλεύουν τη συγκέντρωση, την προσοχή και την αναζήτηση εναλλακτικών, είναι λιγότερη η φθορά του εγκεφάλου τους. Επιπλέον, η παρουσία του αλόγου δίπλα μας, επειδή είναι ένα ζώο με τεράστιο μαγνητικό πεδίο καρδιάς, είναι σαν να μας αγκαλιάζει. Μας ηρεμεί, επηρεάζει τον καρδιακό ρυθμό και την πίεση, πράγμα που έχει αποδειχτεί επιστημονικά, αλλά μας δίνει και την αγκαλιά του – κάτι που λείπει συνήθως από τους μεγάλους ανθρώπους, και όχι μόνο…».
Βιογραφικό
Η Νίκη Μαρκογιάννη είναι Ψυχίατρος-Νευρολόγος με 45, συνολικά, χρόνια δουλειάς με ανθρώπους και άλογα, τέως διεθνής μέντορας της Eagala και ιδρύτρια της Ιππόλυσης, του Ελληνικού Κέντρου Προσωπικής Εξέλιξης και Ψυχοθεραπείας με τη βοήθεια ιπποειδών.
Αποφοίτησε από το τμήμα Ιατρικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, έλαβε ειδίκευση στην Ψυχιατρική και, αφού τελείωσε τις σπουδές της, υπήρξε επί σειρά ετών επιστημονικός συνεργάτης στο Κέντρο έρευνας ψυχοσωματικών νόσων της Σουηδίας «Arnica». Όπως έχει αναφέρει η ίδια εκτός από τον πατέρα της, στην εξέλιξή της συνέβαλαν πολλοί, μεγάλοι δάσκαλοι, όπως ο Ρένος Ρώτας, θεμελιωτής της Ψυχοσωματικής Ιατρικής στην Ελλάδα, οι επιστήμονες Paul Watglawick, θεωρητικός της επικοινωνίας, Kerstin Berne Fromell και άλλοι.
Μέσα από την πάροδο πολλών ετών εργασίας και, παράλληλα, σχέσης με τα άλογα, η Νίκη Μαρκογιάννη συνειδητοποίησε τη θεραπευτική επίδρασή τους στον άνθρωπο και ενσωμάτωσε αυτή τη γνώση στη δουλειά της. Σήμερα, εκείνη και η υπέροχη ομάδα της Ιππόλυσης είναι ιδρυτικά μέλη του διεθνούς οργανισμού Arenas for Change και Horses for Mental Health. Η δυνατή αυτή ομάδα αποτελείται από πιστοποιημένους εθελοντές – θεραπευτές, που συντονίζουν και υλοποιούν τις δράσεις για μάθηση, εξέλιξη και ανάπτυξη με τη βοήθεια των ιπποειδών. Η Ιππόλυση βασίζεται σ’ αυτούς -όπως και στους δωρητές της- χωρίς τους οποίους τίποτα από τα παραπάνω δεν θα μπορούσε να συμβαίνει.
Ιππόλυση
Σε συνεργασία με την κόρη της, Δανάη, το 2009 η Νίκη ίδρυσε την Ιππόλυση, το Ελληνικό Κέντρο Προσωπικής Εξέλιξης και Ψυχοθεραπείας με την βοήθεια ιπποειδών και άλλων ζώων. Η Ιππόλυση είναι ένα κέντρο το οποίο σώζει άλογα, τους προσφέρει αγάπη και καλή ποιότητα ζωής, και στη συνέχεια, εκείνα με τη σειρά τους βοηθούν τους ανθρώπους μέσα από συνεδρίες μάθησης, θεραπείας και αυτογνωσίας.
Εκεί, η Νίκη Μαρκογιάννη συνεχίζει να εργάζεται ως ψυχίατρος και να μαθαίνει από τους μεγάλους δασκάλους που στέλνει η ζωή…
«Η γέννηση της Ιππόλυσης χάνεται μέσα στο χρόνο. Ξεκίνησε με τις ιστορίες της αγάπης του παππού για τα άλογα, τον σεβασμό του προς αυτά και τη βεβαιότητά του για την ευαισθησία και κατανόησή τους. Γεννήθηκε μέσα από την προσωπική επαφή μαζί τους και την μακρόχρονη εμπειρία συνεννόησης που αναπτύχθηκε. Μέσα από τις μακροχρόνιες σπουδές στην ιατρική, την ψυχιατρική, την έρευνα για το πώς αρρωσταίνουμε, για το πώς καταφέρνουμε να γεμίζουμε τη ζωή και την ψυχή μας με δυστυχία. Γεννήθηκε σαν παρατήρηση και σαν διαπίστωση της ευεργετικής δράσης του αλόγου στον άνθρωπο και συναντήθηκε με τις παρατηρήσεις άλλων θεραπευτών – «αλογανθρώπων» στις ΗΠΑ. Μέσα από τις έρευνες αυτών, τα τελευταία 35 χρόνια, επιβεβαιώθηκε η αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπευτικής δράσης του αλόγου και αναδείχθηκε σε μια διεθνώς αναγνωρισμένη μέθοδο ψυχοθεραπείας, με 600 πιστοποιημένα κέντρα παγκοσμίως.
Τα άλογα δεν περιορίζονται μόνο στην ψυχοθεραπεία. Αποδείχθηκαν επίσης -μέσα από έρευνες- δεινοί οδηγοί μάθησης και εξέλιξης του ανθρώπου. Στη συνέχεια έκαναν την είσοδο τους στο κόσμο του επιχειρείν, καθώς έγιναν δάσκαλοι συνεργασίας και ηγεσίας στις ομάδες των επιχειρήσεων, δάσκαλοι πωλήσεων, οδηγοί στην επίλυση κρίσεων και στην εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων»…



