Η Ματίνα μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο από ανθρώπους και πράγματα: Στην αποθήκη κούτες στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη, στα γεμάτα ντουλάπια που δεν έκλειναν καλά, στα πατάρια που έτριζαν από το βάρος. «Μπορεί να χρειαστεί», έλεγε η γιαγιά της κάθε φορά που κάποιος τολμούσε να προτείνει να πεταχτεί κάτι, και κρατούσε τα πάντα: Ένα παλιό φόρεμα, ένα σπασμένο βάζο, ακόμα και παλιές εφημερίδες χρόνων. Για την γιαγιά της, όλα είχαν μια θέση, μια ιστορία, μια πιθανότητα να χρειαστούν στο μέλλον! Και τίποτα δεν έφευγε.
Η μητέρα της συνέχισε την ίδια παράδοση. Κρατούσε παλιές αποδείξεις, ρούχα που δεν της έκαναν πια, παιχνίδια από τότε που η Ματίνα ήταν παιδί. Κι αυτή η προσκόλληση στο παρελθόν επεκτεινόταν και πέρα από τα πράγματα και τα αντικείμενα, στις στιγμές και στις εμπειρίες, κυρίως τις «πικρές»! Μιλούσε συνεχώς για το παρελθόν — για το πώς ήταν τα πράγματα «τότε που είχαν πολλά λεφτά και μια ζηλευτή θέση στην κοινωνία», για τις αδικίες και τις συμφορές που τους βρήκαν αργότερα όταν έχασαν τον πατέρα τους, για όσα δεν ξεπεράστηκαν ποτέ. Το πατρικό της δεν ήταν απλώς γεμάτο αντικείμενα. Ήταν γεμάτο μνήμες που δεν είχαν ησυχάσει.
Έτσι έμαθε και η Ματίνα: Έμαθε να κρατάει, να μην αφήνει, και να συσσωρεύει το βάρος που κουβαλούσε στην πλάτη και στην ψυχή της…
Μεγαλώνοντας, το ίδιο βάρος μεταφέρθηκε μέσα της. Δεν πετούσε τίποτα — ούτε από το σπίτι της, ούτε από την καρδιά της. Συχνά θυμόταν παλιές σχέσεις, λόγια που την πλήγωσαν, αποτυχίες που τη σημάδεψαν. Ακόμα και όταν προχώρησε στη ζωή της, όταν παντρεύτηκε, όταν δούλεψε σκληρά και μαζί με τον άντρα της έχτισαν μια μικρή αλλά όμορφη περιουσία, εκείνη συνέχιζε να κουβαλάει… Να γεμίζει μέσα κι έξω, με το βλέμμα στα παλιά, στις δυσκολίες, στα «άχρηστα» που κάποτε «μπορεί να χρειαστούν», όπως έλεγε η γιαγιά της…
Μέχρι που μια μέρα, όλα γκρεμίστηκαν… «Φεύγω, θέλω να χωρίσουμε» της ανακοίνωσε ψυχρά ο άντρας της ένα βράδυ γυρίζοντας από τη δουλειά. Έτσι ξαφνικά, ψυχρά, την εγκατέλειπε για μια άλλη γυναίκα… «Κουράστηκα από τη γκρίνια σου» της είπε… «Μόνιμα είσαι κουρασμένη, βαριά και μιλάς όλο για τα παλιά»… Και δεν έφυγε έτσι απλά: Πήρε μαζί του κι όσα είχαν δημιουργήσει μαζί: Το σπίτι, τα χρήματα, τη σταθερότητα. Μα πάνω απ’ όλα, της πήρε την αίσθηση ότι η ζωή της είχε νόημα και κατεύθυνση.
Αποσβολωμένη η Ματίνα έπιασε πάτο, κοιτώντας τον την άλλη μέρα το πρωί να μαζεύει και να φεύγει… κι εκείνη έμεινε στο γεμάτο ακόμα σπίτι, αλλά τώρα το βάρος ήταν ασφυκτικό. Καθόταν ώρες κοιτώντας παλιά αντικείμενα, φωτογραφίες, ρούχα που δεν φορούσε πια. Κρατούσε το παρελθόν της αγκιστρωμένη πάνω του, λες και δεν είχε κάτι άλλο να πιαστεί! Κολλημένο το μυαλό της αναμασούσε ξανά και ξανά τις ίδιες σκέψεις: «Τι έκανα λάθος;», «Γιατί σε μένα;», «Πώς φτάσαμε ως εδώ;» «Γιατί τόση αδικία;» «Γιατί είμαι τόσο άτυχη;»
Τελματωμένη, ασφυκτιούσε σαν να ζούσε σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, χωρίς φως, χωρίς διέξοδο…
Ώσπου λίγα βράδια αργότερα ήρθε η καταιγίδα, από εκείνες τις δυνατές, που κάνουν την πόλη να σταματά. Ο αέρας λυσσομανούσε, η βροχή χτυπούσε τα τζάμια με ορμή, αστραπές και δυνατές βροντές και ξαφνικά… σκοτάδι! Διακοπή ρεύματος, κι όλα σκεπάστηκαν από απόλυτο μαύρο… Το κινητό της έσβησε λίγο αργότερα, κι η Ματίνα έμεινε ολομόναχη, στο κρύο, χωρίς καμία επαφή… μόνο σιωπή!
Στην αρχή ένιωσε φόβο, μετά ανησυχία, πανικό… κι’ ύστερα… κάτι που είχε ξεχάσει: Ησυχία! Κρυώνοντας, κάθισε στο πάτωμα, ακουμπώντας την πλάτη της στον καναπέ. Το σκοτάδι την τύλιγε, αλλά δεν την τρόμαζε πια. Άκουγε τη βροχή, την ανάσα της, την καρδιά της. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν προσπάθησε να ξεφύγει από τις σκέψεις της.
Διαφορετικές αυτή τη φορά: Σε δευτερόλεπτα πέρασε μπροστά της η ζωή της σαν ταινία… όλα αυτά που μάζευε τόσα χρόνια… «Τι κρατάω;» αναρωτήθηκε. Κι η απάντηση ήρθε εύκολα: Κρατούσε πράγματα που δεν είχαν πια ζωή. Κρατούσε στιγμές που την πονούσαν, κι έναν άνθρωπο που από καιρό ήθελε να φύγει… γιατί ακόμα κι αυτό τόξερε, το «μυριζόταν», απλά δεν ήθελε να ακούσει την εσωτερική της φωνή, γιατί την σκέπαζαν όλα εκείνα τα «παλιά περιττά»…
Και τότε, μέσα σε εκείνο το σκοτάδι, κάτι άλλαξε για τη Ματίνα, σαν η καταιγίδα έξω να ξέπλενε και τη δική της ψυχή. Δεν ήταν μια ξαφνική, θεαματική συνειδητοποίηση. Ήταν μια ήσυχη απόφαση, σχεδόν σαν ψίθυρος: «Φτάνει πια!»
Το ρεύμα ήρθε, το σπίτι φωτίστηκε, αλλά η Ματίνα είχε ήδη αρχίσει να βλέπει διαφορετικά. Σηκώθηκε από το πάτωμα, άνοιξε τα ντουλάπια, τα συρτάρια, τα πατάρια και ξεκίνησε να πετάει… ένα-ένα, ρούχα, αντικείμενα, παλιά χαρτιά, φωτογραφίες, σπασμένες κατσαρόλες κι εργαλεία που δεν δούλευαν πια… και τη βρήκε το πρωί να κατεβάζει τις τεράστιες σακούλες με τα άχρηστα στον κάδο του δρόμου… και μαζί τους τις αναμνήσεις, όχι γιατί δεν είχαν αξία, αλλά γιατί δεν είχαν πια θέση στη ζωή της.
Μέσα στους επόμενους μήνες, άρχισε να ξεκαθαρίζει και τη ζωή της. Βρήκε καινούργια δουλειά, άλλαξε τη διατροφή της, ξεκίνησε να γυμνάζεται, και μαζί με τα περιττά κιλά έφυγε κι η βαριά ενέργεια, η προσκόλληση κι ο φόβος… Και σιγά-σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, η ζωή της άρχισε να φωτίζεται. Γνώρισε νέους ανθρώπους, ένιωσε χαρά χωρίς ενοχές, και πάνω απ’ όλα έμαθε να κοιτάζει μπροστά, όχι πίσω… και να προχωρά με θετική προσδοκία προς το καινούργιο!
Η Ματίνα δεν έγινε άλλος άνθρωπος: Έγινε ο πραγματικός εαυτό της χωρίς τα περιττά:
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι να αντέχεις τα πάντα. Είναι να ξέρεις τι να αφήνεις. Να κάνεις χώρο για το νέο. Να μην ζεις στο χθες, όταν η ζωή συμβαίνει τώρα.
Και ίσως… κάπου εκεί να είναι και η δική μας στιγμή: Όχι να αντέξουμε λίγο ακόμα, αλλά για να αφήσουμε ό,τι δεν μας αφήνει να ζήσουμε.



