Προς το παρόν, το βιβλίο της Μαρίας Μαυρικάκη «Χωρίς Αναστολή», μετράει τον δεύτερο μήνα κυκλοφορίας του στον εκδοτικό ορίζοντα, από τις εκδόσεις Πατάκη. Η υπόθεσή του αφορά σε ένα αξιαγάπητο ζευγάρι συνταξιούχων το οποίο, μια συνηθισμένη μέρα, γλιστρά στα άδυτα του dark web, όπου ο πειρασμός για ύποπτες συναλλαγές και μαύρο χρήμα είναι μεγάλος… Η κυκλοφορία του, μάλιστα, συνδυάστηκε με την πρεμιέρα, για δεύτερο χρόνο, της ομώνυμης, επιτυχημένης θεατρικής μεταφοράς του στη Θεατρική Σκηνή Αντώνη Αντωνίου, ο οποίος και τη σκηνοθετεί με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τη Νατάσα Ασίκη. Διασκεδαστικό και, στην ουσία του, αιχμηρό, το έργο «Χωρίς Αναστολή» διακωμωδεί απολαυστικά τους σύγχρονους τρόπους επικοινωνίας και ενημέρωσης.
Όπως είχε πει η ίδια σε συνέντευξή της σχετικά με το «Χωρίς Αναστολή», «Αφορά σε ένα συνηθισμένο ζευγάρι μεσηλίκων που περνά πολλές ώρες με το κινητό ή την ταμπλέτα στο χέρι, απολαμβάνοντας τις ραγδαίες αλλαγές που συμβαίνουν στους τρόπους επικοινωνίας και πληροφόρησης. Είναι άνθρωποι που μεγάλωσαν με τρανζιστοράκι και εφημερίδα, που περίμεναν να περάσει ο ταχυδρόμος ή στέκονταν αξημέρωτα σε ουρές για μπουν στη τράπεζα, και ξαφνικά κρατούν στο χέρι τους τα πάντα. Σε μια οθονίτσα που χωρά στην τσέπη τους μπορούν να βλέπουν τα εγγόνια τους, να συνομιλούν με τους φίλους τους, να διεκπεραιώνουν τις δουλειές τους, γεγονός που τους προκαλεί δέος. Εύπιστοι μπροστά σε ό,τι δουν γραμμένο στα κοινωνικά δίκτυα, αποτελούν ένα τυπικό δείγμα δυνητικών θυμάτων παραπληροφόρησης ή απάτης…».

Η Μαρία Μαυρικάκη μάς μίλησε, αποκλειστικά για το Just a Number.
Πρόσφατα, κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Χωρίς Αναστολή» – που κάνει για δεύτερη χρονιά μεγάλη επιτυχία και ως θεατρικό έργο – «μια κωμωδία της εποχής, όπου αναμετρούνται οι ψευδείς ειδήσεις, η δυστοπία και «μαφίες» του ίντερνετ, με την αγάπη και τη στοργή που διαπνέει τις μακρόχρονες ανθρώπινες σχέσεις, όπως το ζευγάρι ηλικιωμένων που κατά λάθος μπλέκουν στο dark web…». Πέρα από τα αυτονόητα (διαδίκτυο, σχετικές δραστηριότητες σε διευρυμένο ηλικιακό φάσμα κλπ.), πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας το γεγονός ότι είμαστε όλο και πιο ευάλωτοι στο να εξαπατηθούμε; Τι ρόλο παίζουν οι υπέρ-προσδοκίες που καλλιεργούνται, το γενικότερο έλλειμμα κοινής λογικής και κριτικής σκέψης – ή και τι άλλο;
Καθημερινά, κατακλυζόμαστε από άπειρες και συνήθως άχρηστες πληροφορίες, τις οποίες κανείς δεν μας δίδαξε πώς να επεξεργαζόμαστε και να φιλτράρουμε. Δεν κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην πληροφορία και τη γνώση, ανάμεσα στο γεγονός και στην άποψη, θεωρούμε ότι ταυτίζονται. Πάσχουμε από ένα θεμελιώδες έλλειμμα, το έλλειμμα παιδείας, το οποίο οδηγεί στα υπόλοιπα που αναφέρετε.
Κοιτώντας γύρω, εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι πρόκειται για συλλογικό μας χαρακτηριστικό, και εφόσον δεν φροντίζουμε ως κοινωνία αυτό το έλλειμμα να καλυφθεί από τις μικρές ηλικίες, θα παραμένουμε ευάλωτοι σε επιτήδειους που υπόσχονται να μας λύσουν όλα τα προβλήματα, από υγείας ως οικονομικά, και θα υποκύπτουμε στους πειρασμούς του εύκολου και γρήγορου οφέλους, που δεν είναι παρά μια φαντασίωση.
Βέβαια, οι ηλικιωμένοι ήρωές μας στην κωμωδία «Χωρίς Αναστολή» καταφέρνουν να βγουν σχετικά αλώβητοι από την παγίδα του dark web, στην οποία γλιστρούν κατά λάθος. Γίνονται και θαύματα!
Είχατε αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξή σας ότι «η βασική χρήση της λέξης «αναστολή» στον τίτλο, έχει να κάνει με τις παλινδρομήσεις μας και τις δεύτερες σκέψεις, όταν πρέπει να πάρουμε μια σημαντική απόφαση και μάλιστα σε σύντομο χρόνο. Οι αναστολές και τα πήγαινε – έλα είναι που γεννούν ανατροπές και κωμικές καταστάσεις». Πώς… συμπεριφέρονται (και πώς θα έπρεπε να συμπεριφέρονται) οι αναστολές μας με το πέρασμα του χρόνου; Χαλαρώνουν ή… σφίγγουν;
Οι τίτλοι στα βιβλία μου έχουν συνήθως διπλό νόημα, είναι μία αγαπημένη πρακτική. Στο συγκεκριμένο θεατρικό στέκω ανάμεσα σε δυο έννοιες της λέξης αναστολή: Τη μη έκτιση μιας ποινής που τιμωρεί το λάθος και την αναστολή που έχει να κάνει με τον ίδιο τον φόβο διάπραξης του λάθους, φόβο ενοχικό, που οδηγεί στην αναβλητικότητα, στην παλινδρόμηση και στη δυσκολία λήψης μιας απόφασης.
Είναι σαφές, πως με κάθε επιλογή που κάνουμε, αυτόματα αποκλείονται άλλες οι οποίες ίσως αποδειχτούν καλύτερες. Έχουμε όμως πάρει μια απόφαση κάτω από δεδομένες συνθήκες και πάμε παρακάτω, δεν έχει νόημα να κοιτάμε πίσω.
Συνεπώς, με το πέρασμα του χρόνου και καθώς αποδεχόμαστε ότι δεν είμαστε θεοί και δεν μπορούμε να προβλέψουμε τα πάντα, χαλαρώνουν κάπως οι αναστολές. Φυσικά δεν σβήνουν ποτέ εντελώς, υπάρχει πάντα η εσωτερική λογοδοσία.
Στην ίδια συνέντευξη είχατε συμπεριλάβει και μια φράση του γιού σας, ότι «Το φέισμπουκ έχει πεθάνει, του κάνει τεχνητή αναπνοή το ίνστα, έτσι κρατιέται, μόνο κάτι μπαρμπάδες το παρακολουθούν ακόμη». Οκ, μπορεί να είναι λίγο «παλιακό» το Μέσον, αλλά προσφέρει και κάποιες υπηρεσίες. Πώς θα μπορούσαμε, λοιπόν, εμείς οι… μπαρμπάδες να το αξιοποιούμε, γλυτώνοντας όμως και τις παγίδες του; Τι θα περιλάμβανε το εγχειρίδιο χρήσης ενός «μπάρμπα» και πού θα έπρεπε να μπαίνουν οι κόκκινες γραμμές;
Ας επικεντρωθούμε στο φέισμπουκ, το οποίο όντως χρησιμοποιείται από τις μεγαλύτερες ηλικίες περισσότερο, σε σχέση με τα λοιπά τα κοινωνικά δίκτυα. Να πούμε καταρχάς ότι πρόκειται για μια πλατφόρμα ανοικτή, δημοκρατική και δωρεάν, που προσφέρει τεράστιες δυνατότητες ενημέρωσης, επικοινωνίας και ανθρώπινης επαφής, ξεπερνώντας σημαντικά προβλήματα προσβασιμότητας. Καλά κάνουμε και το αξιοποιούμε και το χαιρόμαστε. Αρκεί να έχουμε κατά νου, ότι τίποτα δεν υπάρχει χωρίς ανταλλάγματα κι ότι δεν χρειάζεται να καταπίνουμε αμάσητο ό,τι διαβάζουμε εκεί.
Όταν π.χ. άγνωστοί μας ψευτοεκατομμυριούχοι μάς ζητούν 100 ευρώ μηνιαία συνδρομή κι εμείς ανταποκρινόμαστε, όταν παραγγέλνουμε ον λάιν χωρίς να διασταυρώνουμε αν όντως υπάρχει η εταιρεία, όταν δίνουμε άθελά μας -με ένα κλικ – την άδεια στον άλλον να έχει πρόσβαση στο κινητό μας, όταν ακόμα χειρότερα κοινοποιούμε σε τρίτους τους κωδικούς μας και αριθμούς λογαριασμών, είναι μοιραίο να πληρώσουμε τις συνέπειες της ευπιστίας, αφέλειας, επιπολαιότητάς μας, πείτε το όπως θέλετε.
Βέβαια, ο τρόπος προσέγγισης είναι επιστημονικός (clickbait, όπου bait το δόλωμα) και το περιεχόμενο ειδικά σχεδιασμένο για να πείσει και τους πιο υποψιασμένους. Ο Γιώργος και η Βιολέτα, βλέπε Αντώνης Αντωνίου και Νατάσα Ασίκη στο «Χωρίς Αναστολή», περνούν από την άλλη μεριά και δικαιώνουν όλους τους συνομήλικούς τους που έχουν πέσει θύματα απάτης, scam.
Πώς πιστεύετε ότι νιώθει ένας άνθρωπος που μόλις εξαπατήθηκε, τηλεφωνικά, διαδικτυακά κλπ.; Ένοχος, βλάκας, ντροπιασμένος, χαζός; Σας έχει συμβεί ποτέ και – αν ναι – πώς αντιδράσατε;
Φυσικά, είναι κάτι που «συμβαίνει και στα «καλύτερα σπίτια». Τα συναισθήματα από τα οποία κατακλύζεται ο γελασμένος χρήστης είναι συνήθως ποικίλα· λύπη, απογοήτευση, πανικός, θυμός και εκδικητικότητα που μένει στα λόγια, καθώς οι τρόποι που γίνονται πλέον οι απάτες είναι καλά μελετημένοι και το ενδεχόμενο να πάρει κανείς το αίμα του – δηλαδή τα λεφτά του – πίσω φαντάζει απίθανο. Χρειάζεται να είμαστε επιφυλακτικοί με τους γενναιόδωρους αγνώστους. Εκείνο που δε χρειάζεται είναι να γίνουμε καχύποπτοι με τους πάντες, γιατί έτσι δηλητηριάζονται οι ανθρώπινες σχέσεις, κλονίζεται η εμπιστοσύνη μας και αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος, όχι η οικονομική ζημιά.
Έχετε γράψει – και συγγράψει – δύο σημαντικά βιβλία σχετικά με την εξάρτηση. Πώς και πόσο συνδέεται η εξάρτηση με τη ροπή μας προς τις αυταπάτες -και, ενδεχομένως με τις συνεπαγόμενες απάτες; Από την εμπειρία σας, είναι θέματα γονιδίων, ανατροφής, τραυμάτων ή τι άλλο;
Θα ήταν βολικό να τα ανάγουμε όλα στα γονίδια, μόνο που καθόλου έτσι δεν έχουν τα πράγματα. Η εξάρτηση και η τάση προς τις αυταπάτες είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ατομική επιλογή, είναι τρόπος και στάση ζωής. Επιλέγουμε ένα μέσο που θα μας βγάλει πρόσκαιρα από τα ζόρια μας. Με το ποτό, τις ουσίες, τον τζόγο, το ίντερνετ -εξίσου εθιστικό- ξεφεύγουμε από την πραγματικότητα και στην αρχή φαντάζει πράματι μια ωραία λύση. Μόλις όμως τελειώσει η δράση και βγούμε από τον φτιαχτό κόσμο, ο πραγματικός είναι εδώ και μας περιμένει. Σύντομα θα χρειαζόμαστε όλο και μεγαλύτερες δόσεις του μέσου διαφυγής, τροφοδοτώντας τον μηχανισμό της εξάρτησης και μπλέκοντας στα δίχτυα του εθισμού.
Κανείς δεν μας φταίει και κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει ώστε να ξεμπλέξουμε, αν δεν το αναγνωρίσουμε οι ίδιοι και δεν αιτηθούμε βοήθεια.
Όσο για τα τραύματα που όλοι κουβαλάμε, μπορούν να γίνουν μια καλή δικαιολογία για βάλτωμα ή μια πηγή για να πάμε τη ζωή μας πολύ μπροστά. Εμείς διαλέγουμε.
Κάποτε, πιστεύαμε εύκολα κάτι, αρκεί να το είχε πει η τηλεόραση ενώ τώρα, όπως έχετε δηλώσει, είμαστε εύπιστοι σε ό,τι δούμε γραμμένο στα κοινωνικά δίκτυα. Με δεδομένη και την κυριαρχία των fake news, ειδικά όταν υποστηρίζονται και από την Τεχνητή Νοημοσύνη, φοβάστε ότι είμαστε εκτεθειμένοι – κυρίως οι μεγαλύτεροι – σε υψηλούς κινδύνους; Υπάρχει, λέτε, τρόπος αποφυγής του φαινομένου π.χ. να βλέπουμε στην οθόνη μας τη συνέντευξη ενός κορυφαίου επιστήμονα, που να μην είναι όμως αυτός;
Όσο πιο ραγδαία εξελίσσεται η τεχνολογία, τόσο η κατάσταση που περιγράφετε θα γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη. Χρησιμοποιώντας την Τεχνητή Νοημοσύνη, το διαδίκτυο κατακλύζεται από deep fakes σε διαστάσεις ασύλληπτες για το δικό μας μυαλό, που αφορούν πολιτική προπαγάνδα, οικονομικά εγκλήματα, καθοδηγούμενες εκστρατείες παραπληροφόρησης ακόμα και οργανωμένα σαμποτάζ. Δύσκολο να αμυνθεί ο κάθε πολίτης μόνος του. Απαιτείται ισχυρή κυβερνοασφάλεια σε επίπεδο πολιτείας, ώστε να χτιστεί ένα τείχος προστασίας μας απέναντι σε αυτή τη δυστοπική πραγματικότητα.
Σε ατομικό επίπεδο, καλό είναι να μην ξεχνούμε ποτέ τον παντοδύναμο αλγόριθμο, που μελετά τις προτιμήσεις και τις τάσεις μας κάθε δευτερόλεπτο που σερφάρουμε, και τις ανατροφοδοτεί. Επίσης, το φαινόμενο echo chamber, που μας κλείνει τελικά στο καβούκι μας, καθώς φροντίζει να ανακυκλώνονται στη ροή μας μόνο ειδήσεις που ενισχύουν τις πεποιθήσεις μας και τίποτα που να πηγαίνει κόντρα σε αυτές, οδηγώντας μας στη μονομέρεια και καμιά φορά στην τύφλωση.
Τρόπος αποφυγής; Να χρησιμοποιούμε την κριτική μας σκέψη σε κάθε τι που διαβάζουμε και να ελέγχουμε όσο γίνεται τις πηγές, δηλαδή την πορεία που έχει κάνει μια ανάρτηση μέχρι να φτάσει σε εμάς. Συχνά είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική πληροφορία.
Αν έπρεπε να διαλέξετε αυταπάτες, ποιες θα ήταν αυτές; Αντίστοιχα, ποιες είναι εκείνες που σας τρομάζουν πιο πολύ;
Η μεγαλύτερη αυταπάτη αφορά κάτι που κανένα ανθρώπινο ον δεν κατέχει. Συχνά συμπεριφερόμαστε σα να πρόκειται να ζήσουμε αιώνια, ειδικότερα όσον αφορά την ανάγκη μας για συσσώρευση υλικού πλούτου. Από την άλλη, αν σκεφτόμασταν κάθε στιγμή το μόνο βέβαιο, ότι όλοι θα πεθάνουμε, ίσως να χάναμε τα όρια και να οδηγούμασταν σε ακραίες καταστάσεις. Μια σοβαρή κρίση, μια ασθένεια ή μια απώλεια είναι πάντα αφορμή να αναθεωρήσουμε και να τιθασεύσουμε τις ανασφάλειες και τα άγχη μας, όλα πολυτελείας, που ξεπηδούν και μας κυριεύουν καθημερινά για ήσσονος σημασίας ζητήματα. Το μεγαλύτερο παραμύθι είναι ότι μπορούμε να ρυθμίζουμε τα πάντα.
Μια άλλη κυρίαρχη αυταπάτη είναι η ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τους άλλους και μάλιστα χωρίς να τους ρωτήσουμε! Τη συναντούμε σε πιο εξελιγμένη μορφή στις ερωτικές σχέσεις, όταν θεωρούμε ότι είναι πιθανό να αλλάξει ο άλλος για το χατίρι μας. Η συνηθισμένη φράση «δεν ήσουν αυτός που νόμιζα, τελικά!» αποτελεί την παραδοχή της μέγιστης αυταπάτης, ότι το ταίρι μας θα γίνει αυτό που εμείς φαντασιωνόμασταν ότι είναι. Ευτυχώς, με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά σμιλεύονται στην ψυχή μας και παύουν να αποτελούν αιτία αντιπαραθέσεων και έντασης.
Αν γράφατε ένα άρθρο για τον ηλικιακό ρατσισμό, πώς θα ξεκινούσε;
Κάπως έτσι: «Αντιφατικός κι αντικρουόμενος, άλλοτε κρύβεται επιδέξια κι άλλοτε ορμά μπροστά χωρίς αναστολές. Δεν ξέρω τι να πρωτοαντέξω, την καλυμμένη με ψήγματα οίκτου έγνοια ή την υστερική φροντίδα, που μου υπογραμμίζει ότι αυτά δεν είναι πια για μένα; Δεν καταλαβαίνω γιατί η δική μου ανασφάλεια είναι διαφορετική από του καθενός. Από τους νέους που θεωρούνται άπειροι μέχρι τους μεγαλύτερους που θεωρούνται ξεπερασμένοι, μοιάζει να υπάρχει μια δικαιολογία για να υποτιμηθεί κάποιος. Κι όμως, αν η σοφία και η φρεσκάδα ήταν εφαρμογές, όλοι θα τις κατεβάζαμε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ίσως λοιπόν είναι ώρα να σταματήσουμε να μετράμε χρόνια και να αρχίσουμε να μετράμε προσωπικότητες».
Βιογραφικό σημείωμα
Η Μαρία Μαυρικάκη γεννήθηκε το 1964 στο Περιστέρι. Έχει σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων και οικονομικά, με εξειδίκευση στην αγροτική οικονομία. Έχει εργαστεί στον τομέα προστασίας περιβάλλοντος και βιώσιμης ανάπτυξης, στα χρηματοοικονομικά και στη διοίκηση μονάδων υγείας. Μέρος της δράσης της αφορά προγράμματα κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης που προάγουν την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης. Χρονογραφήματα και επιφυλλίδες της δημοσιεύονται στο λογοτεχνικό περιοδικό Δέκατα, στις ηλεκτρονικές εφημερίδες Athens Voice, BookPress, Atlantea.news και στο προσωπικό της ιστολόγιο exartatai.blogspot.com. Το 2019, εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο “Περαστικά” (εκδόσεις Αίολος). Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησε το 2021 το έργο της “Εξαρτάται”. Μια ιστορία ζωής δίπλα στην εξάρτηση, καθώς και το “Εξήντα χρόνια τρύγος” (2020), που έγραψε σε συνεργασία με τον Γιάννη Μπουτάρη. (Πηγή: Εκδόσεις Πατάκη) Το 2021 της απονεμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων Σεναριογράφων το 1ο Βραβείο στον διαγωνισμό συγγραφής Σεναρίου Μικρού Μήκους εκ Διασκευής, για το σενάριο της ταινίας που βασίστηκε στο “Εξαρτάται”.



