“Casablanca” (Καζαμπλάνκα)
“Hiroshima mon amour” (Χιροσίμα αγάπη μου)
“Wuthering Heights” (Ανεμοδαρμένα ύψη)
“Un home et une femme” (Ένας άντρας και μια γυναίκα)
Μέσα στην σκοτεινή αίθουσα του σινεμά ζούμε την ψευδαίσθηση μιας άλλης πραγματικότητας που ζωντανεύει στην οθόνη με εικόνα, ήχο, σκηνικά, κοστούμια, τοπία, κίνηση, τόσο καθηλωτικά, που φθάνεις στο σημείο να ταυτίζεσαι απόλυτα με το βίωμα των ηθοποιών. Κλαις, γελάς, πονάς, συμμετέχεις στην πλοκή και μεταφέρεσαι σε άλλους κόσμους μέσα σε λίγες ώρες.
Ο κινηματογράφος είναι η πιο συνθέτη μορφή τέχνης, διότι συνδυάζει την εικόνα, με τον λόγο και τη μουσική σε ένα ταξίδι συναρπαστικό μιας άλλης υπερβατικής, ονειρικής διάστασης. Κάθε ταινία αφήνει ένα δικό της αποτύπωμα στο μυαλό και την ψυχή.
Υπάρχουν έργα που έγιναν θρυλικά για μια σκηνή, μια φράση, μια μουσική, ένα φιλί.

Ποιος δεν θυμάται το αποχαιρετιστήριο φιλί της Ingrid Bergman και του Humfrey Bogart στην “Casablanca” του Μichael Curtiz (1942)και τα τελευταία λόγια του Rick με το αδιάβροχο και το “borsalino fedora” καπέλο του, να της λέει νοσταλγικά “We will always have Paris” ή τη σκηνή που η Ilsa λέει στον πιανίστα, ψιθυρίζοντας τον γνωστό σκοπό “Play it Sam. Play as time goes by“.
Μια φράση και ένα τραγούδι που έμειναν για πάντα χαραγμένα στη συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης μεταπολεμικής γενιάς και μέχρι σήμερα μας γοητεύουν.

Έμειναν χαραγμένες στην καρδιά οι σκηνές πάθους και εκδίκησης ερωτικής, από τα “Wuthering Heights” (1939) του William Wyler όπου ο συντετριμένος Heathcliff κρατά την ετοιμοθάνατη Cathy στην αγκαλιά του, με ένα αξεπέραστο Laurence Olivier και μια εύθραυστη Merle Oberon σε Οσκαρικές ερμηνείες. Το κλασικό μυθιστόρημα της Emily Brontë ακόμα και σήμερα γίνεται ταινία με την καινούργια ματιά στον έρωτα, αλλά πάντα με την εμβληματική φράση της Cathy “I am Heathcliff” να στοιχειώνει τα “ανεμοδαρμένα ύψη” του χωρίς όρια έρωτα τους.

Ποιός μπορεί να ξεχάσει τη σκηνή από το “Hiroshima mon amour” (1959) του Alain Resnais σε σενάριο της Marguerite Duras, όπου ο Ιάπωνας αρχιτέκτονας λέει αισθαντικά στην ερωμένη του Γαλλίδα ηθοποιό, την οποία ερμηνεύει μοναδικά η Emanuelle Riva, “Δεν είδες τίποτα στην Χιροσίμα”.
Μετά την πυρηνική καταστροφή (1945) τίποτα δεν έμεινε ζωντανό, τίποτα δεν μπορούσες να αντικρίσεις, ακόμα και ο πιο δυνατός έρωτας δεν μπορούσε να τον λυτρώσει από τα τραύματα της τραγικής απώλειας που κουβαλούσε στη μνήμη του. Και τελειώνει η συγκλονιστική ταινία με την φράση που καθορίζει το τέλος της σύντομης σχέσης τους “Η λήθη θα είναι η μόνη μας συγχώρεση”.

Και αργότερα όταν είχαμε πια απομακρυνθεί από τις αναμνήσεις των πολέμων και ολοκαυτωμάτων ψάχναμε μέσα από το σινεμά να ονειρευτούμε, να ερωτευτούμε, να αλλάξουμε τον κόσμο. Και τότε ήρθε η ταινία που όλοι, περιμέναμε: “Un home et une femme” (1966) του Claude Lelouch με μουσικό φόντο το μαγικό τραγούδι του Francis Lai που σφράγισε τη γενιά μας ανεξίτηλα.
Πώς να ξεχάσουμε το σαγηνευτικό βλέμμα της Anouk Aimée και τον Jean Louis Trintignant να τρέχει στην παραλία για να την συναντήσει. Και τι αξέχαστη η σκηνή του διαλόγου όπου εκείνη τον ρωτά υπαινικτικά αν αγαπάει τον Giacometti και του διηγείται αυτό που κάποτε είχε πει ο ίδιος ο σπουδαίος γλύπτης .
“Σε μια πυρκαγιά ανάμεσα σε ένα Rembrandt και μια γάτα θα έσωζα τη γάτα” θέτοντας τη ζωή πάνω από την ύλη ακόμα και αν πρόκειται για ένα μοναδικό έργο Τέχνης .
Και από εκείνη τη στιγμή η φράση αυτή του Alberto Giacometti λειτούργησε σαν πολιτισμικός κώδικας, σαν μια μορφή “κιβωτού αισθητικής” και επηρέασε καθοριστικά τη γενιά του ’60.

Με έμπνευση από τα έργα του Giacometti αυτές τις ισχνές απόκοσμες φιγούρες που περπατούν σε μοναχικά μονοπάτια, κλείνω με τη γλώσσα της γλυπτικής την κινηματογραφική μου περιήγηση μέσα από τον λαβύρινθο της μνήμης που καταγράφει επιλεκτικά κάποια ίχνη, κάποιο ρίγος, κάποια μακρινή μουσική που επανέρχεται μονότονα τις νύχτες του χειμώνα μπροστά στο “αλγοριθμικό” συναίσθημα του Netflix.
Τότε, νοσταλγείς τον χαμένο παλιό κινηματογραφικό ρομαντισμό μιας άλλης εποχής, πριν εισβάλει στη ζωη μας η ψηφιακή τεχνολογία για να δημιουργήσει τον σύγχρονο ρομαντισμό της εικονικής ταυτότητας, όπου ο έρωτας γίνεται πιο πολύ αισθητική, από βιωματική εικόνα.


