Μην ανησυχείς, θα το κάνω εγώ.
Θα σε πάω εγώ στο γιατρό.
Ναι, άσε μου το μωρό.
Να σου φτιάξω κάτι να φας;
Άστο, θα το τελειώσω εγώ.
Φροντίδα. Ακούγεται σαν μία από τις πιο ανιδιοτελείς λέξεις. Είναι;
Δίνουμε φροντίδα επειδή απλώς θέλουμε να δώσουμε;
Ή περιμένουμε κάτι πίσω;
Και αν περιμένουμε, τι ακριβώς;
Να μας πουν ευχαριστώ;
Να μας φροντίσουν κι εκείνοι όταν θα το χρειαστούμε;
Να μας αγαπήσουν πιο πολύ;
Να μας θεωρήσουν καλούς γονείς, καλούς φίλους, καλούς συντρόφους, καλά παιδιά;
Να αναγνωρίσουν ότι κάναμε κάτι γι’ αυτούς;
Πολύ νέα στη διαφήμιση είχα ένα σπουδαίο πελάτη, τον Αντώνη Καρούζο.
Δυστυχώς δεν ζει. Στο γραφείο του είχε ένα μικρό καδράκι στον τοίχο. “Ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος” έλεγε. Και θυμάμαι να διαφωνώ τόσο πολύ με αυτή τη ρήση.
Πέρασαν κάποια χρόνια και συμφώνησα…
Γιατί πολλές φορές λέμε «δεν θέλω τίποτα». Και το εννοούμε.
Μέχρι να μη μας δώσουν… τίποτα.
Ένα τηλεφώνημα. Ένα «πώς είσαι εσύ;».
Μια κίνηση όταν έρθει η δική μας δύσκολη στιγμή.
Και τότε αρχίζουμε να θυμόμαστε.
Εγώ όταν είχε το πρόβλημα ήμουν εκεί.
Εγώ τόσα χρόνια έτρεχα.
Εγώ ποτέ δεν είπα όχι.
Άρα, τελικά, κάτι περιμέναμε.
Όχι απαραίτητα ανταπόδοση με την έννοια της συναλλαγής.
Περιμέναμε όμως κάτι πιο ανθρώπινο. Να μετρήσει.
Να μη θεωρηθεί δεδομένο.
Το αντάλλαγμα που θέλουμε περισσότερο, είναι να μας υπολογίζουν.
Λοιπόν, έχω νέα. Δεν παίζει.
Μην περιμένουμε τίποτα (όσοι φροντίζουμε γενικά…)
Σπανιότατα θα υπάρξει «κάτι» από την άλλη πλευρά.
Ακούστε με προσοχή το Πεπρωμένο. (στίχοι Β. Δημητρίου, ερμηνεία Γ. Νταλάρας)
Για την αγάπη όσα κι αν δίνεις είναι λίγα
και να το ξέρεις πως δεν έχει ανταμοιβή
δώστα και φύγε και μη χάνεις ευκαιρία
στο περιθώριο μη βάζεις τη ζωή.
Να δίνουμε. Αξίζει.



