Ο Νίκος μεγάλωσε με μια σιωπηλή, βαριά εντολή να αιωρείται πάνω από το κεφάλι του: «Είσαι άντρας. Εσύ θα δουλεύεις, θα αντέχεις, θα προσφέρεις».
Ο πατέρας του, ένας σκληρός, αυτοδημιούργητος άνθρωπος μιας άλλης εποχής, του έμαθε από παιδί ότι η αξία ενός άντρα μετριέται σε ώρες δουλειάς, από το χάραμα ως αργά το βράδυ, χωρίς παράπονα, χωρίς κούραση. «Ο άντρας δεν λυγίζει», του έλεγε. «Κρατάει όρθιους όλους τους άλλους».
Η μητέρα του, πιο τρυφερή αλλά εξίσου απαιτητική, του φόρτωσε έναν άλλο ρόλο: Nα είναι ο δυνατός. Ο σταθερός. Εκείνος που δεν έχει ανάγκες. Που βάζει πάντα τους άλλους πρώτους. Γονείς, γυναίκα, παιδιά, ανίψια, υπαλλήλους. Όλους. «Εσύ μπορείς, είσαι το αγόρι», του έλεγε, «και πρέπει εσύ να φροντίζεις τις αδελφές σου που είναι και μικρότερες». Και εκείνος πίστεψε πως έτσι έπρεπε να είναι. Πρώτα έπρεπε να παίξουν εκείνες, να έχουν εκείνες ότι ήθελαν, ενώ εκείνος έπρεπε να είναι σοβαρός, μελετηρός, εγκρατής… σχεδόν ένα «παιδί-ενήλικας», λες κι εκείνος δεν ήταν παιδί!
Κι’ έτσι μεγάλωσε ο Νίκος, χωρίς να απουσιάσει ποτέ από τα μαθήματα, τα καθήκοντα, τις παρουσίες στο Πανεπιστήμιο, και μετά στο στρατό, κι’ έτσι ξεκίνησε και κύλησε και η ενήλικη η ζωή του. Επιτυχημένος επαγγελματικά, μπήκε αμέσως και εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του, και αργότερα έγινε ένας αξιόπιστος οικογενειάρχης, πάντα διαθέσιμος για τη γυναίκα και τις κόρες του. Όλοι ζητούσαν από εκείνον τα πάντα, κι εκείνος, ενώ ήταν μόνιμα κουρασμένος, δεν ήταν ποτέ για τους άλλους!
Η κούραση που συσσωρευόταν όμως δεν ήταν μόνο σωματική. Ήταν κυρίως ψυχική: Ο Νίκος δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ρώτησε τον εαυτό του τι θέλει, αν υπήρξε δηλαδή τέτοια φορά. Λες και η έκφραση «θέλω» δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό του. Γιατί ο Νίκος είχε μάθει μόνο να δίνει. Γιατί έτσι «έπρεπε» να είναι, αυτός ήταν ο σκοπός του, ο ρόλος του, και ο μοναδικός του τρόπος ύπαρξης. Ένας μονόδρομος από τότε που θυμόταν τον εαυτό του…
Αλλά το σώμα εκφράζει όσα το μυαλό καταπιέζει… Δεν είχε ούτε μια εβδομάδα που έκλεισε τα πενήντα του, κ’ όπως σηκώθηκε ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα, η καρδιά σαν να του είπε «ως εδώ». Μέχρι να πάει μέχρι το μπάνιο, το έμφραγμα ήρθε απρόσμενα, σαν μια βίαιη παύση, σαν να «κατέβασε ρολά». Μόλις συνήλθε, βρισκόταν στο νοσοκομείο, ανάμεσα σε μηχανήματα και λευκά φώτα, κι ένιωσε για πρώτη φορά φόβο, όχι για τον θάνατο, αλλά για τη ζωή που είχε ζήσει χωρίς να την έχει πραγματικά ζήσει…
Τις πρώτες νύχτες, μόνος του στο νοσοκομείο, γιατί δεν ήθελε να επιβαρύνει κανέναν, σχεδόν δεν κοιμόταν, μόνο σκεφτόταν: Αν αυτό ήταν το τέλος, τι θα είχε υπάρξει δικό του; Για ποιες στιγμές της ζωής του θα μπορούσε να πει «αυτό το έζησα εγώ;»
Και βγαίνοντας από το νοσοκομείο, ο Νίκος ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Η αλλαγή του δεν φαινόταν «θεαματικά». Κι έγινε σιγά-σιγά και αθόρυβα, σαν μετατόπιση άξονα. Αλλά τίποτα δεν ήταν όπως πριν…
Με την επάνοδο στη για του άλλους «κανονικότητα» ο Νίκος ξεκίνησε τη νέα του ζωή από τα «μικρά». Άρχισε συχνά να ξεκουράζεται χωρίς ενοχές. Να λέει ευγενικά, αλλά κάθετα τα «όχι» του χωρίς εξηγήσεις. Να μιλάει για το πώς νιώθει — λίγο άγαρμπα στην αρχή, σχεδόν ντροπαλά. Και το κυριότερο : Να ξαναθυμάται παλιά όνειρα που είχε θάψει: Ταξίδια, μουσική, δικό του χρόνο, μόνο για εκείνον. Έμαθε να ακούει το σώμα του. Και, σιγά σιγά, τον εαυτό του.
Πέρασαν έτσι δέκα χρόνια και κάποια στιγμή, στα εξήντα του, ένα απόγευμα λίγο μετά τα γενέθλιά του, βρέθηκε με τον πατέρα του. Ογδονταπέντε χρονών πια, πιο εύθραυστος, πιο ήσυχος, και πολύ πιο ανθρώπινος.
Πατέρας και γιος θυμήθηκαν την περιπέτεια του Νίκου, και αναλογίσονταν πόσα πράγματα άλλαξαν από τότε… «Ξέρεις πατέρα», του είπε ο Νίκος, «αν αυτό μου είχε συμβεί παλιά στη δική σου εποχή, πιθανά θα με θεωρούσαν τελειωμένο».
Ο πατέρας τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. Ύστερα αναστέναξε και κοιτώντας τον γιο του με αγάπη βαθιά στα μάτια του είπε: «Έτσι ήταν τότε», είπε. «Άμα λύγιζες, σε πέταγαν. Δεν υπήρχαν δεύτερες ευκαιρίες».
«Εγώ όμως πήρα μία», απάντησε χαμογελώντας ο Νίκος. «Και δεν θέλω να τη χάσω».
Έλαμψαν τα μάτια του γερο-πατέρα: «Καλά κάνεις γιέ μου, και να σου πω κάτι που δεν σου είπα ποτέ;» Ο Νίκος έσκυψε λίγο μπροστά.
«Ζήλεψα. Όχι τη δύναμή σου, αλλά τη δυνατότητά σου να αλλάξεις. Εμείς δεν μάθαμε να ζούμε για μας. Μόνο να θυσιαζόμαστε. Και το λέγαμε αρετή. Ευτυχώς που σήμερα, εσείς μεγαλώνετε αλλιώς!».
Τα μάτια του Νίκου βούρκωσαν, καθώς ο πατέρας του συνέχισε…
«Σήμερα είναι πολύ καλύτερα. Μεγαλώνοντας έχετε δικαιώματα, έχετε επιλογές και καινούργιες ευκαιρίες. Και μην ηρωοποιείτε άλλο τον μάρτυρα, εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του για τους άλλους, και στο τέλος δεν ζει καλά κανείς!».
Φεύγοντας, ο Νίκος περπάτησε αργά. Όχι γιατί δεν μπορούσε πιο γρήγορα, αλλά γιατί δεν βιαζόταν πια.


