THE SENIOR WEBMAG

Αργά. Μα όχι αργά. Αλλιώς.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μεγάλωσαν. Απλώς… προχώρησαν.

Όχι επειδή δεν πόνεσαν, αλλά επειδή κάποια στιγμή κατάλαβαν ότι αν μείνουν ακίνητοι, ο πόνος θα τους έκανε έπιπλο -χρήσιμο, σιωπηλό, ακίνητο στη γωνία.

Η Σάρα ήταν τέτοιος άνθρωπος. Όχι επειδή το διάλεξε. Απλώς έτσι της έτυχε -ή ήταν μοιραίο! Δεν είχε αναμνήσεις με νανουρίσματα. Ούτε τραγούδια που λένε: «Κοιμήσου κοριτσάκι μου, μες στη ζέστη μου αγκαλιά, προσκέφαλο η αγάπη μου… και όλα θα παν καλά».

Στο σπίτι της τα «όλα» δεν πήγαιναν πουθενά, πόσο μάλλον καλά. Έμεναν εκεί, βαριά, σκονισμένα, σαν τα παλιά αντικείμενα που κανείς δεν θέλει αλλά κανείς δεν τα πετά. Οι αποθήκες της ζωής μας είναι γεμάτες τέτοια.

Μικρή έμαθε να κοιτάζει. Όχι να ζητά. Και το κοίταγμα, όταν κρατάει χρόνια, γίνεται σκέψη. Και η σκέψη, κρίση. Και η κρίση – αν δεν στραβώσει – γίνεται χαρακτήρας.

Η Σάρα μεγάλωσε έτσι. Αλλιώς.

Όταν απέκτησε τον Έλιο, δεν είχε οδηγίες χρήσης: «…Τούτο! Τι θα το κάνω;». Είχε μόνο μια σιωπηλή υπόσχεση προς τον εαυτό της: «Δεν θα του πω ψέματα για να τον καθησυχάσω. Θα του μάθω να αντέχει την αλήθεια χωρίς να παγώνει».

Δεν ήταν η «μαμά-ήλιος». Ήταν κάτι πιο σπάνιο, ήταν μια «μητέρα -πυξίδα». Δεν ζέσταινε πάντα, αλλά έδειχνε το βορρά.

Ο Έλιο μεγάλωσε σε σπίτι με φωνές και χωρίς φωνές, αλλά με παρελθόν. Σκληρό. Το παρελθόν ή ψιθυρίζει ή κραυγάζει. Ποτέ δεν σωπαίνει. Κι εκείνος όλα τα άκουγε.

Ο πατέρας του ήταν μια καταιγίδα που πέρασε, αφήνοντας όμως πίσω περίεργες σκιές. Η Σάρα δεν τον κακολόγησε. Δεν τον εξιδανίκευσε. Τον διέγνωσε. Τον τοποθέτησε εκεί που ανήκε: στο κεφάλαιο «αυτός δεν..».

Αυτό μπέρδεψε τον Έλιο αρχικά. Τα παιδιά θέλουν ξεκάθαρα παραμύθια. Κακούς, καλούς, δράκους, ήρωες. Η πραγματικότητα της μητέρας του ήταν πιο ύπουλη. «Άνθρωποι με πληγές κάνουν κακό χωρίς να το καταλαβαίνουν -ή χειρότερα, το καταλαβαίνουν και το βαφτίζουν αναγκαίο». Χρειάστηκε χρόνος για να το αντέξει.

Κάποια στιγμή η Σάρα έφτιαξε τη ζωή της. Όχι για να αποδείξει. Όχι για να “δικαιωθεί”. Αλλά γιατί κουράστηκε να αναβάλλει τη χαρά και την απόλαυση, σαν καλεσμένο που “θα περάσει άλλη μέρα”.

Τον γνώρισε σε μια ηλικία που οι άνθρωποι συνήθως λένε: «σιγά τώρα!» Ήταν ήσυχος. Ήσυχος; Όσο μπορείς να πεις ένα κριάρι ήσυχο. Από αυτούς που, αν μπουν σε δωμάτιο, δεν αλλάζει ο φωτισμός, αλλά αλλάζει η θερμοκρασία. Επικίνδυνα. Δεν μιλούσε πολύ. Δεν υποσχόταν τίποτα. Απλώς… ήταν.

Ο Έλιο παρατηρούσε τις κινήσεις του, χωρίς καχυποψία, με επιστημονική περιέργεια. Τον έβλεπε να σέβεται τα όρια της μητέρας του. Να μην παρεμβαίνει. Να μην απαιτεί. Να μη διεκδικεί ρόλο. Και αυτό, για έναν νέο που είχε μεγαλώσει με έντονες ανδρικές σκιές, συχνά σκοτεινές, ήταν σχεδόν εξωγήινο.

Κάποια στιγμή είπε, γελώντας: «Ρε μάνα… εσείς οι δύο έχετε κερδίσει το euro jackpot και δεν το έχετε πάρει είδηση».

Η Σάρα χαμογέλασε. Δεν σχολίασε. Ήξερε πια ότι τα σημαντικά δεν θέλουν χειροκρότημα. Θέλουν χώρο.

Όταν εκείνος, ο «εραστής» τής αγόρασε δώρο ένα αυτοκίνητο- όχι για να την καλοπιάσει, αλλά για να της διευκολύνει τη ζωή -και το εμπιστεύτηκε στον Έλιο, κάτι μετακινήθηκε. Όχι θεαματικά. Σαν βιβλίο στο παλιό ράφι που μπαίνει λίγο πιο ίσια.

Την παραμονή των Χριστουγέννων βγήκαν οι τρεις μαζί. Χωρίς τελετές. Χωρίς νόημα που έπρεπε να αποδοθεί. Μουσική, λίγο κρασί, χαμηλά φώτα.

Κανείς δεν υποδύθηκε οικογένεια. Κι όμως, για λίγες ώρες, υπήρχε κάτι που έμοιαζε πολύ με αυτήν. Την πραγματική.

Ο Έλιο δεν είχε ακόμη κάνει σχέση. Και για καιρό ο περίγυρος τον κοίταζε με εκείνο το βλέμμα του «κάτι τρέχει». Μα η Σάρα ήξερε πως μερικοί άνθρωποι δεν βιάζονται να αγαπήσουν, γιατί ξέρουν πόσο σοβαρό είναι.

Είχε μέσα της γραμμένο κάτι από μικρή -χωρίς να το έχει διαβάσει-πως η αισθητική είναι ηθική. Δεν μπορούσε να ζήσει στο άσχημο.

Όχι της εμφάνισης, μα της ψυχής. Στο πρόσχημα. Στο πρόχειρο. Στο βίαιο. Στο ψεύτικο. Και αυτό το κριτήριο το πέρασε, σιωπηλά, στον γιο της.

Όταν εκείνος της μίλησε κάποτε σκληρά, από κόπωση και σύγχυση, εκείνη δεν κατέρρευσε. Δεν ανταπέδωσε. Του είπε την αλήθεια χωρίς δράμα: «Δεν πληγώνομαι, μα τα λόγια σου πληγώνουν».

Κι εκείνος, για πρώτη φορά, είπε: «Συγγνώμη. Δεν είναι καλή μέρα. Δεν είναι δικό σου πρόβλημα».

Αυτό ήταν. Όχι λύτρωση. Όχι κάθαρση. Απλώς ένα μικρό σημάδι ότι κάτι μεγάλωνε μέσα του σωστά. Επιτέλους.

Εκείνο το βράδυ, αφού έπλυνε τα δύο ποτήρια του κρασιού -κρύσταλλο καθάριο, με εκείνη την κόκκινη κηλίδα να προεξέχει σαν δάκρυ – τα άφησε ανάποδα να στεγνώσουν. Το σπίτι ήταν ήσυχο – όχι άδειο. Από αυτά τα ήσυχα που δεν φοβίζουν.

Η Σάρα κάθισε για λίγο χωρίς φως και ένιωσε εκείνη τη γνώριμη γλύκα – όχι σαν ανταμοιβή, μα σα μέλι να πλημμυρίζει το στόμα. Επιβεβαίωση. Κάποια πράγματα, όταν γίνονται σωστά, δεν κάνουν θόρυβο.

Απλώς… μεγαλώνουν.

Υ.Γ.
Μεγαλώνουμε αλλιώς. Μικρά μου!
Όχι με οδηγίες.
Με παραδείγματα που δεν διαφημίζονται. Με ανθρώπους που δεν φωνάζουν «κοίτα με», αλλά στέκονται και λένε «είμαι εδώ». Με μητέρες που δεν θυσιάζονται θεατρικά, αλλά ζουν ουσιαστικά. Και με παιδιά που δεν βιάζονται να γίνουν κάτι για να αποδείξουν, αλλά περιμένουν να γίνουν κάτι για να αντέξουν. Και να είναι!
«Είμαι αυτό που είμαι.
Αργά. Μα όχι αργά. Αλλιώς.»
Και ευτυχώς.

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους

Τεύχη JAN

Επιλέξτε και “ξεφυλλίστε” προηγούμενα τεύχη

Real JAN Moments

Highlighted videos

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter

Πρωτογενή άρθρα και καινούργιο περιεχόμενο στο email σας κάθε 15 ημέρες

Ακολουθήστε μας

Ακολουθήστε το κανάλι μας στο Youtube εδώ

JUST A NUMBER

Εγγραφείτε δωρεάν στο Newsletter μας

Συμπληρώστε το email σας ώστε να λαμβάνετε το newsletter μας κάθε 15 ημέρες

Άρθρα Τρέχοντος Τεύχους