Δεν είναι όλες οι κληρονομιές γραμμένες σε διαθήκες.
Κάποιες είναι χαραγμένες σε βλέμματα, σε τρόπους, σε σιωπές. Άλλες χωρούν σε ένα ευχαριστώ που δεν ειπώθηκε ποτέ, μα έμεινε να αιωρείται σαν βεβαιότητα.
Στο εργασιακό χώρο δεν είναι μόνο οι τίτλοι, τα έργα ή τα συστήματα που στήσαμε.
Είναι εκείνες οι λέξεις που ειπώθηκαν στις παύσεις μεταξύ των συσκέψεων, οι στιγμές που σταθήκαμε δίπλα σε κάποιον/α συνάδελφο όταν όλα έμοιαζαν να κλονίζονται, οι μικρές, ανεπαίσθητες κινήσεις μέσα στις οποίες κρυβόταν μια αξία – η ευγένεια, η υπομονή, η ειλικρίνεια.
Ακόμη κι όταν κανείς δεν κοιτούσε.
Υπάρχουν αποτυπώματα που αφήνουμε χωρίς να το ξέρουμε – στον τρόπο που απαντήσαμε, στο πώς κάναμε κάποιον/α να νιώσει, στην εμπιστοσύνη που δείξαμε, στην πρόθεση με την οποία σταθήκαμε δίπλα του/της.
Και κάπως έτσι, χωρίς κορδέλες ή δηλώσεις, φτιάχνεται η κληρονομιά μας στον εργασιακό χώρο.
Όχι στα βιογραφικά μας· αλλά στις καθημερινές μας πράξεις
Στο παρόν που ζούμε μαζί με τους άλλους, και που – χωρίς να το καταλαβαίνουμε – χτίζει το μέλλον που θα αφήσουμε πίσω μας.
Σκέφτομαι συχνά ότι η αληθινή επαγγελματική κληρονομιά δεν είναι εντυπωσιακή ούτε θορυβώδης.
Χτίζεται στη σιωπή, στο περιθώριο της καθημερινότητας: όταν επιλέγεις να δώσεις χρόνο αντί να τον μετρήσεις, όταν βοηθάς χωρίς να το κάνεις θέμα, όταν μοιράζεσαι γνώση χωρίς ανταλλάγματα.
Είναι η κουλτούρα που μένει πίσω σου, και που δεν δηλώνεται σε στρατηγικά πλάνα – αλλά αποτυπώνεται στις σχέσεις, στο κλίμα, στον τρόπο που μιλάμε μεταξύ μας.
Όσο κι αν ζούμε σε έναν κόσμο που μετρά σχεδόν τα πάντα – από την παραγωγικότητα μέχρι την απόδοση – η πιο βαθιά μας κληρονομιά δεν καταγράφεται ποτέ σε excel, όμως διαφαίνεται στα βλέμματα, στον σεβασμό, στην εμπιστοσύνη που καλλιεργήθηκε με τον καιρό.
Είναι το “πώς” που τελικά μένει – όχι το “τι”.
Και κάπως έτσι, μέσα από τα πιο μικρά, γεννιέται αυτό που ονομάζουμε επαγγελματική κουλτούρα. Μια κουλτούρα που δεν επιβάλλεται σε αίθουσες συνεδριάσεων, αλλά δημιουργείται από το πώς νιώθει ο καθένας μέσα σε έναν χώρο.
Αν νιώθει ελεύθερος να μιλήσει. Αν νιώθει πως ανήκει. Αν νιώθει ότι ακούγεται. Όχι γιατί έτσι προβλέπει μια πολιτική διαφορετικότητας, αλλά γιατί το σωστό έγινε συνήθεια.
Και έπειτα, πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται:
Αν έφευγα αύριο από αυτόν τον χώρο, τι θα έμενε πίσω; Τι θα έλεγαν οι άνθρωποι που συνεργάστηκαν μαζί μου; Ένιωσαν πως τους σεβάστηκα, τους ενδυνάμωσα, τους έδωσα χώρο και φροντίδα; Μήπως, ακόμη κι όταν πίεζε ο χρόνος ή το αποτέλεσμα, τους είδα πρώτα ως ανθρώπους – κι έπειτα ως συνεργάτες;
Αν μπορούσα να αφήσω μόνο ένα πράγμα πίσω μου, θα ήθελα να είναι αυτή η αίσθηση:
Ότι μπορείς να είσαι αποτελεσματικός, παραγωγικός και ανθρώπινος ταυτόχρονα. Ότι η καλοσύνη δεν είναι αδυναμία, ούτε περιττή πολυτέλεια· είναι δύναμη που χτίζει εμπιστοσύνη, και τελικά – βιώσιμη επιτυχία.
Και ανακαλύπτω όλο και περισσότερο πως η κληρονομιά που αφήνουμε δεν είναι κάτι στατικό. Εξελίσσεται μαζί μας – όσο μαθαίνουμε, όσο αμφισβητούμε παλιά πρότυπα, όσο αποδεχόμαστε πως δεν έχουμε όλες τις απαντήσεις. Και το πιο σημαντικό: δεν χτίζεται μόνο από έναν/μία.
Είναι συλλογική.
Μια ομαδική αφήγηση από πράξεις, βλέμματα, αντιδράσεις, αποφάσεις.
Γι’ αυτό, ίσως, αξίζει να σταματήσουμε που και που και να αναρωτηθούμε: όταν φύγουμε από μια δουλειά, από μια ομάδα, από έναν ρόλο – τι μένει; Ποιο κομμάτι του εαυτού μας συνεχίζει να υπάρχει μέσα σε εκείνον τον χώρο;
Η κληρονομιά μας δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη. Αρκεί να είναι αληθινή.
Και αρκεί, σε κάθε μικρή ή μεγάλη απόφαση, να αφήνουμε πίσω μας έναν περιβάλλον λίγο πιο δίκαιο, λίγο πιο ανθρώπινο – λίγο πιο έμπνευση για τον επόμενο/η.
“People will forget what you said, people will forget what you did, but people will never forget how you made them feel.”
— Maya Angelou