Η μεγάλη αγάπη που έτρεφαν πολλοί γενναιόδωροι, φιλοπάτριδες και μεγαλόψυχοι Έλληνες για την πατρίδα τους, εκφράστηκε με γενναία κληροδοτήματα που άφησαν με τις διαθήκες τους, προκειμένου να συνδράμουν στη συγκρότηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους.
Με τα χρήματα αυτά κτίστηκαν σχολεία, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, οικήματα για κοινωφελείς σκοπούς που όλα μαζί, εκτός του ότι είναι στολίδια για τον ελληνικό χώρο, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η λίστα με τα ονόματα των ευεργετών είναι μεγάλη και ανάμεσά τους βρίσκεται ο λόγιος Βασίλειος Μελάς Μελάς (1819 – 1884), ο οποίος έναν χρόνο πριν τον θάνατό του έγραψε στη διαθήκη του: “την μεγάλην οικίαν μου την επί της πλατείας Λουδοβίκου κειμένην, […] κληροδοτώ μετά την αποβίωσιν της συζύγου μου, […] όπως εκ των ετησίων αυτής προσόδων, […] δαπανώσι προς ίδρυσιν και συντήρησιν νηπιαγωγείων” και δικαίως θεωρείται ο ιδρυτής των νηπιαγωγείων.
Έτσι, ιδρύθηκε το Νηπιακό Επιμελητήριο Μελά (Ν.Ε.Μ.) και από το 1895 μέχρι σήμερα ανοικοδομήθηκαν, με δαπάνες του, πάνω από διακόσια σχολικά κτίρια, ενώ επισκευάστηκαν και συντηρήθηκαν περί τα εκατό υπάρχοντα κτίρια, μία πολιτική που συνεχίζεται ανελλιπώς.

Με το κληροδότημα αυτό εκπληρώθηκε και η επιθυμία του αδελφού του Βασιλείου Μελά, του Λέοντος, ο οποίος υποστήριζε ότι η μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει κάποιος στην πατρίδα του είναι να συμβάλει στη μόρφωση των παιδιών.
Ο Βασίλειος Μελάς, κατάγεται από μία από τις παλαιότερες και πλουσιότερες οικογένειες της Ηπείρου, που είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, πριν την άλωσή της από τους Τούρκους. Το αρχικό επίθετο της οικογένειας ήταν Στρατηγοπούλου αλλά, όπως λέγεται, το μελαχρινό χρώμα του προσώπου κάποιων μελών της οικογένειας τους προσέδωσε το παρατσούκλι “Μελανιάς”, το οποίο κατέληξε στο επίθετο “Μελάς”.

Ο Βασίλειος Μελάς, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά μίας εύπορης οικογένειας, του μεγαλέμπορου και Φιλικού Γεωργίου Μελά και της Ελένης, το γένος Βασιλείου. Τόσο ο ίδιος, όσο και τα αδέλφια του διέπρεψαν στον χώρο των επιχειρήσεων, της πολιτικής και των γραμμάτων. Ο αδελφός του, Λέων, δικηγόρος, πολιτικός (ο πρώτος Υπουργός Δικαιοσύνης, επί Όθωνα και ένας από τους 4 συντάκτες του Συντάγματος) και συγγραφέας, με τον “Γεροστάθη”, να ‘ναι ένα από τα πιο γνωστά και δημοφιλή του έργα για παιδιά. Ο δε Μιχαήλ, πατέρας του μακεδονομάχου Παύλου Μελά, διετέλεσε βουλευτής Αττικής, Δήμαρχος Αθηναίων, αλλά και Πρόεδρος της Αθηναϊκής Λέσχης.
Ο Βασίλειος Μελάς, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, εξελίχθηκε σ’ έναν επιτυχημένο έμπορο, ιδρύοντας εταιρεία που εμπορευόταν σιτηρά, μετάξι και βαμβάκι στην Ρουμανία και στη Μασσαλία. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείτο με την ποίηση και υπάρχουν πολλά ανέκδοτα ποιήματά του, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν θέμα τα παιδιά, προς τα οποία τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του Τερψιχόρη, είχαν μία ιδιαίτερη ευαισθησία μια και δεν κατάφεραν να αποκτήσουν δικά τους.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα επένδυσε κεφάλαια σε μετοχές επιχειρήσεων και τραπεζών αλλά και στην αγορά ακινήτων στην περιοχή μεταξύ Καπνικαρέας και Αγίας Ειρήνης. Έκτισε την κατοικία του σε ένα μεγάλο οικόπεδο που αγόρασε στην νοτιανατολική γωνία της τότε πλατείας Λουδοβίκου, με απώτερο σκοπό το ισόγειο να προορίζεται για καταστήματα και μετά τον θάνατό του η εκμετάλλευση ολόκληρου του κτιρίου να εξασφαλίζει πόρους για κοινωφελή έργα, που αφορούσαν κυρίως την προσχολική εκπαίδευση και συγκεκριμένα εκτός της πόλης των Αθηνών, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη.
Η εν λόγω μεγάλη οικία, γνωστή ως Μέγαρο Βασιλείου Μελά, που αναφέρεται στη διαθήκη, βρίσκεται στην πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως, ευρέως αποκαλούμενη πλατεία Κοτζιά. Οικοδομήθηκε το 1874, σε σχέδια του Ερνέστρου Τσίλλερ και ήταν το μεγαλύτερο ιδιωτικό κτίριο της εποχής, η ανέγερση του οποίου κόστισε 1.000.000 δρχ., ποσό υπέρογκο για εκείνα τα χρόνια. Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία του κτίσματος είναι οι τέσσερις γωνιαίοι πυργίσκοι του, το κομψό κεντρικό αίθριο στο ισόγειο, οι διακοσμητικές Καρυάτιδες και τα κυκλικά μετάλλια με τις κεφαλές του Ερμή.



Αρχικά στέγασε το “Grand Hotel d’ Athenes”, αργότερα και για μικρό χρονικό διάστημα, το Χρηματιστήριο (1881) και μετέπειτα την Αθηναϊκή Λέσχη (1887-1894). Από το 1900 μέχρι το 1973, μισθώθηκε από το Υπουργείο Συγκοινωνιών, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως Ταχυδρομικό, Τηλεγραφικό και Τηλεφωνικό Μέγαρο, ενώ στη διάρκεια της Κατοχής εκεί εγκαταστάθηκε η Επιτροπή Λογοκρισίας και η Αγγλική Υπηρεσία Διαβιβάσεων. To 1942 οι ταχυδρομικοί υπάλληλοι κήρυξαν την πρώτη απεργία που έγινε στην κατεχόμενη από Γερμανούς Ευρώπη. Το 1974, το Μέγαρο Μελά κηρύχθηκε διατηρητέο και από το 1977 ενοικιάστηκε από την Εθνική Τράπεζα, ανακαινίστηκε και σήμερα εκεί στεγάζονται υπηρεσίες της. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της ανακαίνισης το κτίριο αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή και αφαιρέθηκε ένας όροφος που είχε προστεθεί το 1932.


Εχει δε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η ιστορία της πλατείας πάνω στην οποία κτίστηκε το Μέγαρο Μελά. Αυτή αποτελεί το ελεύθερο μέρος από τον “Κήπο του Λαού”, που είχαν οραματιστεί οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ, όταν εκπόνησαν το πρώτο πολεοδομικό κέντρο της Αθήνας, το 1832. Σύμφωνα μ’ εκείνο, τα ανάκτορα θα κτιζόντουσαν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η πλατεία Ομονοίας και ο “Κήπος του Λαού”, μία μεγάλη πλατεία, που θα εκτεινόταν από την Ομόνοια μέχρι την οδό Ευριπίδου, διαμορφωμένη κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, με κτίρια με στοές, καταστήματα, δενδροστοιχίες και αναβρυτήρια, θα στόλιζε την Αθήνα. Το σχέδιο αυτό, λόγω μεγάλου κόστους της απαλλοτρίωσης των οικοπέδων δεν υλοποιήθηκε ποτέ και μ’ένα Β.Δ. διάταγμα του 1850 καταργήθηκε.
Η πλατεία της οποίας η τελική διαμόρφωση ολοκληρώθηκε γύρω στο 1860 έκτοτε έχει “βαφτιστεί” πλειστάκις και κάθε φορά το όνομά της συνδέεται μ’ένα πρόσωπο, ένα κτίριο, ή ένα γεγονός, όπως “Πλατεία Λουδοβίκου” , “τα Κανόνια”, “πλατεία Νέου Θεάτρου”, “Πλατεία Δημοτικού θεάτρου”, “Πλατεία Ταχυδρομείου”, “Πλατεία Εθνικής Τραπέζης”, “Πλατεία Δημαρχείου”, “Πλατεία Κοτζιά” και από το 1977 το επίσημο όνομά της είναι “Πλατεία Εθνικής Αντίστασης”, αν και ελάχιστοι την γνωρίσουν ή την αποκαλούν έτσι.
Την πλατεία Κοτζιά πλαισιώνουν, εκτός το Μέγαρο Μελά, ορισμένα επιβλητικά και εντυπωσιακά κτίρια, όπως το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, το Δημαρχείο, τα οποία προκαλούν τον θαυμασμό του κάθε επισκέπτη. Δυστυχώς, λείπει ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, το Δημοτικό Θέατρο, το «ωραιότερο και καλύτερο θέατρο της Ευρώπης», σε σχέδια Ερνστ Τσίλλερ, το οποίο κατεδαφίστηκε το 1939.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Γιοχάλας Θ. – Καφετζάκη Τόνια, ΑΘΗΝΑ. Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, Εκδόσεις Εστια, Αθήνα, 2013
- Διαδρομή στην Ιστορία της Αθήνας, Εκδόση Δήμου Αθηναίων & Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα 2004.
- “Αθήνα – Η Πόλη, Οι Άνθρωποι, Τα Γεγονότα. Από το φωτογραφικό Αρχείο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου 1859-1988”. Επιμέλεια κειμένων Βογιατζή Ιφιγένιεα, Μαρκασιώτη Νίκη, Χωριανοπούλου Μπέτυ. Εκδ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ & ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Αθήνα 2012.
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
- https://www.idryma-mela.gr/