Το θυμάμαι το γεράνι, που μπορεί να μην ήταν καν γεράνι. Στις εικόνες του αναγνωστικού της πρώτης Δημοτικού, πριν πάνω από μισό αιώνα. Μήπως ήταν και στο εξώφυλλο, δεν θυμάμαι. Πάνω στο καρό τραπεζομάντηλο, τα πιάτα έτοιμα για το λιτό μεσημεριάτικο φαγητό που είχε φροντίσει η μαμά, αφού είχε φροντίσει νωρίτερα και το γεράνι. Ο μπαμπάς είχε φροντίσει να μπουν στο σπίτι τα απαραίτητα για το μαγείρεμα, η γιαγιά είχε σηκωθεί από νωρίς για να φροντίσει τις κότες και τα οικόσιτα ζωντανά, ενώ κάποιος άλλος φρόντιζε εκείνα που βρίσκονταν στη στάνη ή τα σπαρτά στο χωράφι.
Όλα τα απαραίτητα, τίποτα περιττό και όλα φροντισμένα. Ο καθένας στον ρόλο του. Για την ώρα, η γιαγιά κρατούσε τη θέση της στο τραπέζι, άλλοτε πλέκοντας και άλλοτε γεμίζοντας πίτες. Σε μερικά χρόνια, όταν πια θα τη δυσκόλευε να σηκωθεί από το κρεβάτι, θα τη φρόντιζαν οι κόρες και οι νύφες. Ακόμα και το καναρίνι στο κλουβί ήθελε και αυτό τη φροντίδα του.
Δεν θυμάμαι να συνηθιζόταν πολύ αυτή η λέξη, “φροντίδα”, απλούστατα γιατί τίποτα από τα προηγούμενα δεν χρειάζονταν επεξήγηση. Ήταν αυτονόητα: Kαθένας θα φρόντιζε κάτι που είχε ανάγκη από περιποίηση, επειδή ήταν πιο μικρό, πιο άγουρο, πιο απροστάτευτο ή, απλώς, επειδή αυτό ήταν το σωστό. Έτσι γινόταν. Ακόμα και τα παιδιά, από μικρά, θα φρόντιζαν να ετοιμάσουν τα μαθήματά τους και μετά, θα φρόντιζαν να βγάλουν το γάλα από την παγωνιέρα για να μοιραστεί η οικογένεια ένα ακόμα πιο λιτό δείπνο.
Με καμία νοσταλγία δεν τα λέω όλα αυτά. Προσωπικά, έστω κι αν έζησα εκείνη την εποχή, δεν την έζησα ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, γιατί κάθε ανθρώπου η ζωή είναι ένα μυθιστόρημα και η δική μου είχε διαφορετικό σενάριο. Το σίγουρο είναι ότι δεν χρειαζόμασταν τότε κάποιον Μπαμπινιώτη (με όλο μου τον σεβασμό στον επιστήμονα) για να μας προσδιορίζει την ορθότητα της έκφρασης και να προτείνει συνώνυμα, όταν η χρήση της εξελισσόταν σε εξαιρετικά μονότονη.
Πόσες φορές να εξηγήσεις, δηλαδή, ότι ήταν δουλειά σου να φροντίσεις το γεράνι, το καναρίνι, το τραπέζι, τις κότες, τη γιαγιά.
Απλώς το έκανες, επειδή αυτή ήταν η δουλειά σου, η συμμετοχή στην κοινή ζωή, ο κύκλος που όριζε, οι μεγάλοι να φροντίζουν τους μικρούς και ύστερα οι μικροί να φροντίζουν τους μεγάλους.
Δεν θυμάμαι, επίσης, μέχρι πότε ζήσαμε όπως στις εικόνες του αναγνωστικού της πρώτης Δημοτικού. Μπορεί να ήταν και αρκετά αργότερα. Από τη δεκαετία του ‘70 και μετά, τα πράγματα άρχισαν σιγά σιγά να αλλάζουν. Πρώτα θύματα της μετάβασης ήταν τα πολλά αυτονόητα. Στην κατάργησή τους, προφανώς, είχε παίξει ρόλο και η ξαφνική έλευση της Χούντας. Υπήρξαν κάποια αυτονόητα τότε, που δεν ήταν αυτονόητο ότι μπορούσαν να συνεχίσουν να εφαρμόζονται.
Στο σινεμά είχαμε πάει η παρέα, θυμάμαι, δηλαδή τίποτα πιο αυτονόητο για τη Σαββατιάτικη απογευματινή έξοδο μιας συντροφιάς νεαρών εφήβων, και παρόλα αυτά, με το που άναψαν τα φώτα στο διάλειμμα, το αυτονόητο «πήγε κουβά», όπως θα έλεγε σήμερα ο έφηβος εγγονός μου.
Είχα σκύψει να πάρω κάτι από την τσάντα μου, άνοιξε μία χαραμάδα στο πουκάμισό μου και αποκαλύφθηκε το σήμα της ειρήνης του Ράσελ, κρεμασμένο στον λαιμό μου. Στο επόμενο δεκάλεπτο, μας σήκωσαν από τις θέσεις μας αγριεμένοι Ασφαλίτες και μας οδήγησαν κακήν κακώς στο Τμήμα, όπου θα είχαμε πολύ χειρότερα ξεμπερδέματα, αν δεν είχε ειδοποιηθεί ο πατέρας μιας συμμαθήτριας, πολύ γνωστός δημοσιογράφος. Χρησιμοποιώντας κάποιες γνωριμίες του, κατάφερε να πέσουμε στα μαλακά – τουλάχιστον τα κορίτσια. Ήταν η εποχή που ζούσαμε την κατάργηση του αυτονόητου σε καθημερινό, πραγματικό χρόνο.
Το θέμα είναι ότι, βγαίνοντας από αυτή τη φυλακή, τα μισά αυτονόητα είχαν ξεθωριάσει. Στη συνέχεια, μπήκαμε σταδιακά σε μία μετάβαση προς την προ-παγκοσμιοποίηση. Έπαψε να είναι αυτονόητο ότι στο σχολείο θα φοράμε ποδιές, στολές και κοντά σοσόνια, όπως έπαψε, σταδιακά, να είναι αυτονόητο ότι οι νεότεροι θα φρόντιζαν τα γεράνια, τα καναρίνια και τους ηλικιωμένους. Η φροντίδα γινόταν και αυτή, σταδιακά, είδος υπό εξαφάνιση. Ήταν μια ιστορία που κορυφώθηκε βίαια και αναπάντεχα, καμιά σαρανταριά χρόνια αργότερα, με την καθόλου αυτονόητη υπόθεση του κορονοϊού. Εκεί, οι έννοιες έχασαν τη σημασία τους, οι προτεραιότητες άλλαξαν, οι σχέσεις επαναπροσδιορίστηκαν και η φροντίδα αναγορεύτηκε επισήμως σε αξία. Από εκεί που αποτελούσε φυσικό στοιχείο της καθημερινής ζωής, έγινε μετρήσιμη αξία, γύρω από την οποία έπρεπε να χτίσουμε ένα αφήγημα για να την υπολογίζουμε σωστά.
Αν φροντίζουμε τουλάχιστον τον εαυτό μας; Μα, παλιά, ούτε αυτό ήταν θέμα.
Το πρωί θα πλενόσουν, θα χτενιζόσουν, θα φορούσες ρούχα καθαρά, ανεξαρτήτως στιλιστικής αντίληψης, θα μύριζες σαπούνι -ίσως και φτηνή κολόνια- κι εκεί θα σταματούσε η συζήτηση για την ανάγκη να φροντίσεις τον εαυτό σου. Της ψυχής η φροντίδα ήταν μια εντελώς διαφορετική ιστορία, αλλά και αυτή, αν το σκεφτείτε, από τότε που δεν τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα που σπάνια την εφαρμόζουμε, δεν κατάφερε να διανύσει τόσο πολύ δρόμο.
Κατά τα άλλα, τα πράγματα φροντίζονται αλλιώς: Το καναρίνι μπορεί κάλλιστα να είναι screen saver, ο παππούς μένει στο γηροκομείο, το φαγητό έρχεται στο τραπέζι με τον ντελιβερά, κι όλοι αντέχουμε όλο και λιγότερα να φροντίζουμε.
Όσο για τη λέξη “φροντίδα”, θέλει πια ένα σύγχρονο λεξικό για να ερμηνευτεί εκ νέου.
Να γυρίσουμε πίσω, όχι. Το πρόβλημά μας δεν είναι ένα καρό τραπεζομάντιλο, ένα γεράνι στη γλάστρα και το πουλί στο κλουβί. Ακόμα και η παγωνιέρα, μεταμορφώθηκε σε φουτουριστικό αντικείμενο, που περιφέρεται σε περιοδικές εκθέσεις σύγχρονης τέχνης.
Αν θέλουμε -που δεν είναι βέβαιο- να αναγνωρίσουμε τα κάποτε αυτονόητα, θα πρέπει να δούμε μερικές παλιές λέξεις, με όχι τόσο συγκεκριμένες έννοιες. Για να το πούμε καλύτερα και πιο σωστά, να μεταμορφώσουμε τα αυτονόητα σε αξίες, μήπως και αυτό μας κάνει τελικά να τα σεβαστούμε.
(Σ.Σ.) Η λέξη “φροντίδα” προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική “φροντίδα”, η οποία ανάγεται στην αρχαία ελληνική λέξη “φροντίς“ (η σκέψη, η έγνοια, η προσοχή). Πάντως, σε λίστες, όπως η αναγνωρισμένη Θεωρία των Βασικών Ανθρώπινων Αξιών, δεν περιλαμβάνεται καν.

